Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Η Σιγουριά της Αμφιβολίας


Πως ξέρεις ότι γνωρίζεις τα πράγματα που γνωρίζεις; Αν δεν απαντήσεις «απλά τα ξέρω» αυτό που απομένει τι είναι; Πως ξέρεις το οτιδήποτε αν στην πραγματικότητα δεν γνωρίζεις το οτιδήποτε; Το γνωστό κρέμασμα από μια κλωστή έχει την τάση να γέρνει την ζυγαριά προς την λογική. Υπήρξε ένας άνθρωπος που είπε «Σκέφτομαι άρα υπάρχω»  κι αυτό σε βάζει να σκέφτεσαι περίπου σαν το «η κότα έκανε το αυγό η το αβγό την κότα;» Με αυτό τον τρόπο ο Ντεκάρτ προτίμησε την λογική πηγή, αντί της θεϊκής πηγής της γνώσης. Ο Ντεκάρτ έφτασε σε  αυτή του την διαπίστωση κάνοντας ένα πείραμα πάνω στην ριζοσπαστική αμφιβολία, δηλ. στο να ανακαλύψει αν υπήρχε κάτι για το οποίο να μπορούσε να είναι σχετικά σίγουρος, κάτι για το οποίο δεν θα μπορούσε να αμφιβάλει.
Αλλά όσο κι αν αμφέβαλε δεν συνέχισε να ερχόταν αντιμέτωπος με το γεγονός ό,τι υπήρχε ένας αμφισβητίας, δηλ. ο εαυτός του. Έπρεπε ν’ αμφισβητήσει την ίδια την αμφισβήτηση. Θα μπορούσαμε να γλυτώναμε από έναν μεγάλο βαθμό παρερμηνείας και παρεξηγήσεων αν απλά έλεγε «Αμφιβάλω άρα υπάρχω»
Για να μην αμφιβάλει κάποιος σε ό,τι σκέφτεται, πρέπει πρώτα να μην αμφιβάλει ότι υπάρχει. Διότι αν πάρουμε σαν δεδομένο το «Αμφιβάλω άρα υπάρχω» ελάχιστοι άνθρωποι στον πλανήτη μας «υπάρχουν» και αυτό γιατί ελάχιστοι άνθρωποι στον πλανήτη μας «αμφιβάλλουν» σχετικά με το οτιδήποτε. Ακόμη και στην μορφή του «σκέφτομαι άρα υπάρχω» να το πάρουμε το ίδιο ισχύει.
[Όταν ο Ντεκάρτ πέθανε και πήγε στον Αη Πέτρο του είπε "ακόμα σκεφτομαι άρα υπάρχω" για να εισπράξει την απάντηση "Δεν υπάρχεις, αλλά μην το σκέφτεσαι"] κατά τον Αρκά.
Με περισσή εγωπάθεια οι άνθρωποι, δεν αμφιβάλουν καθόλου για τίποτα και χωρίς σκέψη, αναφέρουν το ένα ή το άλλο απόφθεγμα, αφορισμό ή κείμενο, φιλοσοφική θέση ή θεωρία και το αποδίδουν με σιγουριά χωρίς σκέψη ή έστω αμφιβολία, στον ένα ή στον άλλο φιλόσοφο, ενώ δεν γνωρίζουν καν αν αυτός το είπε έτσι ή αλλιώς γιατί σαν πρόσωπο δεν είναι σίγουρο ό,τι υπήρξε και τα υποτιθέμενα λεγόμενα του είναι λόγια άλλων ανθρώπων, σκέψεις άλλων ανθρώπων –ποιος ξέρει αν είναι καν ανθρώπων- που απλώς επαναλαμβάνουν παπαγαλίζοντας κατά πως τους βολεύει, διαιωνίζοντας σωστά και λάθη, ανάκατα μέχρι σήμερα.
Σκέψου πόσο ανόητος φαίνεσαι, όταν λες -αν δεν το δω μα τα μάτια μου δεν το πιστεύω- και άλλες ανάλογες μεγαλοστομίες, ειδικά όταν όλα όσα παπαγαλίζεις είναι λόγια άλλων, που δεν είδες ποτέ και δεν μπορείς να είσαι καν σίγουρος, πως αυτοί τα είπαν, ή αν καν υπήρξαν με σιγουριά! Και αυτό το «αν δεν το δω με τα μάτια μου …» αποκλείει τους τυφλούς απ’ την γνώση; Είδες ΕΣΥ ό,τι η γη είναι στρογγυλή … με τα μάτια σου; Που το ξέρεις ό,τι είναι στρογγυλή αφού δεν την είδες;
Αν τα μάτια σου σε κοροϊδεύουν -ειδικά αν δεν έχεις καλλιεργήσεις τον εγκέφαλο σου, γιατί με τον εγκέφαλο βλέπεις και όχι με τα μάτια- σκέψου σε τι πέλαγος άγνοιας κολυμπάς όταν αυτά που καλλιεργούν το εγκέφαλο δεν είναι και τόσο σίγουρο … ό,τι είναι έτσι όπως λέγονται !
Όταν ακόμα δεν γνωρίζουμε οι άνθρωποι, τι είναι η βαρύτητα τι είναι το ηλεκτρικό φορτίο, όταν ακόμα κινούμαστε με πετρέλαιο, όταν και την πυρηνική ενεργεία την μετατρέπουμε σε ηλεκτρική με τρόπο σαν το παράδειγμα: οι δυο ενέργειες είναι δυο δωμάτια μεσοτοιχία, κι εμείς περνάμε από το ένα στ’ άλλο μέσω του άλφα Κενταύρου (spontaneous idea), όταν την τύφλα μας την καταραμένη έχουμε ακόμα για το πληροφοριακό περιεχόμενο του DNA κλπ κλπ, εντούτοις δεν μας λείπει η εγωπάθεια της σιγουριάς, για τους χαριτωμένους νομούς που «ανακαλύψαμε» !!!
Βασική αρχή και μέτρο υγιούς ψυχικά ανθρώπου είναι ο τρόπος που επικοινωνεί και ειδικά η αναμετάδοση της επικοινωνίας του. Λες κάτι στον Νίκο να πει στον Γρηγόρη κι αυτός άλλο κατάλαβε κι άλλο του είπε, με αποτέλεσμα … σύγχυση, αταξία και καθημερινές παρεξηγήσεις στις ζωές όλων σας. Όλη αυτή η αταξία δημιουργείται από μια απλή αναμετάδοση επικοινωνίας στον παρόντα χρόνο και τόπο κι όχι μετά από 1.000+ χρόνια.
 Αυτό που είναι σχετικά ξεκάθαρο σήμερα, μετά την επόμενη χρονικά στιγμή παύει να βγάζει νόημα, ή αλλοιώνεται το νόημα του εντελώς ειδικά όταν οι ορισμοί των λέξεων και οι τονισμοί αλλάζουν … και αλλάζουν σε 5 -10 χρόνια πόσο μάλλον σε 1.000+  Ήδη σήμερα η νεώτερη γενιά δεν μιλά και δεν γνωρίζει τους ορισμούς των λέξεων και τις έννοιες της μόλις προηγούμενης.  
Πόσο σίγουροι μπορούμε να είμαστε για την σιγουριά μας, όταν αναφερόμαστε σε λόγια και σκέψεις ανθρώπων που έζησαν –αν έζησαν- πολλές χιλιάδες χρόνια πριν; Δεν μιλώ για θρησκείες και ανάλογες φαντασιώσεις αλλά για πιο «πραγματικά» πρόσωπα και πράγματα. Επιγραμματικά ας κάνουμε κάποιες αναφορές, μπορείς να βρεις πολύ περισσότερες, αν ερευνήσεις εντελώς επιφανειακά, δεν χρειάζεται και πολύς κόπος για ν’ ανακαλύψεις πως κάθε τι που θεωρείς σταθερό δεδομένο … δεν είναι καν δεδομένο και πόσο βέβαιος μπορείς να είσαι για τις εικασίες;
Ο Όμηρος φέρεται ως ο συγγραφέας των ποιητικών κειμένων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, από τα πρώτα κείμενα της Ιστορικής περιόδου της αρχαίας Ελλάδας, γνωστά ως «Ομηρικά Έπη». Αναφέρεται σαν συγγραφέας, ενώ δεν έγραψε τίποτε, ενώ το πιο σωστό είναι να αναφέρεται σαν ραψωδός. Για τη ζωή του δεν υπάρχουν καθόλου πληροφορίες και αυτές οι λίγες είναι αντιφατικές, ενώ η φιλολογική επιστήμη των δύο τελευταίων αιώνων αμφισβήτησε την ύπαρξή του και μάλιστα θεωρεί πως δεν υπήρξε μονάχα ένας Όμηρος. Διαθέτουμε επτά βίους των Ομήρων που προέρχονται από την αρχαιότητα!! Δηλαδή δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως κάποιος άνθρωπος που λέγεται Όμηρος υπήρξε, πόσο μάλλον να έγραψε τα εν λόγο κείμενα. Η σύγχρονη έρευνα, και ειδικότερα όσοι δέχονται ότι ο Όμηρος μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό πρόσωπο, τοποθετεί τη ζωή του στον 8ο αι. π.κ.ε. και θεωρεί πιθανό ότι ήταν Ίωνας αοιδός –ραψωδός συνεχιστής μιας μακραίωνης παράδοσηςπροφορικών ηρωικών αφηγήσεων
Υπό τον όρο «ομηρικό ζήτημα» ομαδοποιούνται πολλά ερωτήματα που έχουν σχέση με την πατρότητα, τον τρόπο σύνθεσης και την καταγραφή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Ειδικότερα, έχουν τεθεί τα θέματα: Ήταν πραγματικό πρόσωπο ο Όμηρος; Ήταν μονάχα ένας; Πότε έζησε, πώς συνέθεσε ή έγραψε τα έργα του και ποια είναι αυτά; Τα κείμενα που έχουμε στη διάθεσή μας σήμερα είναι έργα του ίδιου ποιητή; Κάποιες υφολογικές αλλά και πολιτισμικές διαφορές μεταξύ των δύο ποιημάτων καθιστούν πιθανό το γεγονός να μην γράφτηκαν από τον ίδιο συγγραφέα; Τα κείμενα είναι ενιαίες ποιητικές συλλήψεις ή αποτελούνται από διάφορα στρώματα;
Τα σημερινά κείμενα προέρχονται από συνένωση πολλών τμημάτων κι επέκταση παλαιοτέρων. Απέναντι σε αυτήν την «αναλυτική» θεωρία τάσσονται οι «ενωτικοί» που υποστηρίζουν ότι στο καθένα μπορεί να διακριθεί μία συνεπής λογοτεχνική σύλληψη και πραγμάτωση από ένα άτομο. Η σύγκριση με προφορικά έπη έδειξε ότι οι προφορικοί ποιητές, με τεχνικές που δεν είναι οικείες σε μια εγγράμματη κοινωνία, μπορούν να συνθέσουν και να απομνημονεύσουν ποιήματα μεγάλης έκτασης !!
Από την προφορική θεωρία, προκύπτει το ερώτημα ποια ήταν η συμβολή της γραφής στη σύνθεση των ποιημάτων, καταγράφηκαν την εποχή που συντέθηκαν κατά τη διάρκεια της απαγγελίας, υπαγορεύτηκαν από τον ποιητή ή επιβίωσαν προφορικά και καταγράφηκαν αργότερα; Με δυο λόγια ο Όμηρος (αν υποθέσουμε ό,τι υπήρξε ένας άνθρωπος που λεγόταν Όμηρος)  δεν έγραψε τίποτε, δεν υπάρχει τίποτε γραμμένο απ τον ίδιο προσωπικά και αυτά που υπάρχουν είναι πολλών και πολύ μεταγενέστερων συγγραφέων, με τις ανάλογες αλλοιώσεις που επιφέρει ο χρόνος στην αναμετάδοση του λόγου.
Ο Σωκράτης δεν έγραψε τίποτε, δεν υπάρχει δικό του γραπτό, αλλά οι άνθρωποι λένε πως είπε το ένα ή το άλλο έτσι αυθαίρετα. Μην ξεχνάμε πως η «διαλεκτική» που του αποδίδεται, είναι ό,τι χειρότερο για την έρευνα, γιατί τοποθετεί  τον άνθρωπο ερευνητή σε κατάσταση αποτελέσματος και όχι αιτίας. Άρα επιφέρει σύγχυση και καμία πρόοδο. Καταστρατηγεί δε, κάθε κανόνα ορθής επικοινωνίας αν τυχόν κάποιος θελήσει να την εφαρμόσει.
Και ποιος έδωσε στον άνθρωπο την «διαλεκτική» ο  δύσμορφος Σωκράτης ή το δαιμόνιο που του μιλούσε; Κάποιος άνθρωπος υποθετικά φιλόσοφος ή οι καταλήψεις του; Πόσο σίγουρος είσαι ΕΣΥ; Οι μοναδικές πηγές για τη ζωή και τα ΛΕΓΟΜΕΝΑ (και όχι τα γραπτά) του, είναι κατ’ αρχάς ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης και ο Αριστοφάνης. Διάφοροι συγγραφείς ασχολήθηκαν με τον Σωκράτη ήδη από την αρχαιότητα και ο καθένας πρόσθεσε νέες πτυχές από τη ζωή του και φυσικά σύμφωνα με τις δικές του πεποιθήσεις.
Ο Σωκράτης, όπως ο Ηράκλειτος και ο Πυθαγόρας, δεν άφησε κανένα σύγγραμμα. Γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να καθοριστεί ακριβώς το περιεχόμενο της φιλοσοφίας του και, πρακτικώς, ότι γνωρίζουμε για τον Σωκράτη προήλθε κυρίως από όσα έγραψαν οι μαθητές του σχετικά με αυτόν, καθώς και ορισμένους συγγραφείς που επικεντρώθηκαν στη μελέτη της προσωπικότητάς του και ο καθένας πρόσθεσε τα δικά του!
Ο W.K.C. Gutrie  γράφει πως «μελετώντας τα κείμενα που αποδίδονται στον Σωκράτη, στο τέλος ο καθένας έχει το δικό του, ως ένα βαθμό Σωκράτη, που δεν είναι ίδιος ακριβώς με τον Σωκράτη κανενός άλλου» Πόσοι Σωκράτες υπάρχουν άραγε;
Στην εποχή του Σωκράτη έχουμε με τους Σοφιστές τη στροφή της φιλοσοφίας προς τον άνθρωπο και τη χρήσιμη αρετή, ενώ προηγουμένως το κύριο θέμα της φιλοσοφίας των προσωκρατικών ήταν η φύση. Βέβαια, οι Σοφιστές, δεν ήταν φιλόσοφοι, δεν διείσδυσαν εις βάθος στη μελέτη της πραγματικής ουσίας του ανθρώπου. Ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει αυτή τη στροφή του πνεύματος με τη φράση «επί Σωκράτους το δε ζητείν τα περί φύσεως έληξε, προς τη χρήσιμη αρετή και την πολιτική δε απόκλεινον οι φιλοσοφούντες».  
Ο Ηράκλειτος επίσης δεν έγραψε τίποτα, που να έχει φτάσει ως εμάς, μάλιστα παραλίγο να μην γνωρίζαμε καν την ύπαρξη του! Πόσο σίγουρος μπορείς να είσαι ό,τι αυτά που αναφέρονται στον Ηράκλειτο είναι έτσι όπως ο φιλόσοφος τα σκεφτόταν; Στον Ηράκλειτο απονέμεται (αυθαίρετα) ένα έργο με τίτλο «Περί Φύσεως», το οποίο χωρίζεται σε τρία μέρη με περιεχόμενο πολιτικό, θεολογικό και κοσμογονικό. Από τα λιγοστά αποσπάσματα που έχουν διασωθεί, φαίνεται πως ο χαρακτήρας του γραπτού έργου του είναι αποφθεγματικός. Το απόφθεγμα από την φύση του είναι δυσνόητο αλλιώς δεν θα ήταν απόφθεγμα.
Η δομή και σύνθεση των αφορισμών του είναι λεπτομερειακά επεξεργασμένη και το ύφος του αινιγματικό και κωδικοποιημένο, όχι από τον ίδιο, αλλά από τους μεταγενέστερους που τα χρησιμοποίησαν κυρίως οι Πλωτίνος, Πορφύριος, Πρόκλος, Ευσέβιος και άλλοι. Αυτός είναι άλλωστε ο βασικός λόγος για τον οποίο αποκλήθηκε «σκοτεινός».
Είναι δύσκολο να κατανοηθούν αυτά που αποδίδονται στον Ηράκλειτο, γιατί έχει χαθεί η αληθινή σημασία κάποιων λέξεων που χρησιμοποιεί καθώς και η αρχαϊκή στίξη, η οποία έχει υποστεί διαστρεβλωτική επέμβαση, κάτι που επισημαίνει και ο Αριστοτέλης.
Πιθανόν αν είχαμε και τα συμφραζόμενα δηλ. ολόκληρο το κείμενο, να μπορούσαμε να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της φιλοσοφίας του. Κανένας δεν έγραψε σχεδόν, τίποτε για τον Ηράκλειτο και αν δεν τον ανέφερε σε λίγες γραμμές ο Διογένης ο Λαέρτιος ή δεν αναφέρονταν σε αυτόν,  αποσπασματικά μια χούφτα όμοιοι του φιλόσοφοι δεν θα γνωρίζαμε καν την ύπαρξη του !!! όμως με περισσή αφροσύνη, λέμε ότι ο Ηράκλειτος είπε το ένα ή το άλλο, όταν το μόνο για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι, είναι οι εικασίες μας.
Ο Διογένης ο Λαέρτιος ήταν ιστοριογράφος της φιλοσοφίας της αρχαιότητας, συγγραφέας του έργου «Βίοι φιλοσόφων». Πιθανολογείται –δεν είναι καθόλου σίγουρο- πως έζησε στις αρχές του 3ου μ.κ.ε. αιώνα, όμως για τη ζωή του, την καταγωγή του, τη μόρφωση του, το σύνολο του έργου του, την προσωπικότητα του, δεν γνωρίζουμε τίποτε, ενώ δεν υπάρχουν αντίστοιχα σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία, καθώς οι αρχαίοι συγγραφείς δεν δίνουν σχετικές πληροφορίες. Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές δεν μπορούν παρά να τον αναζητήσουν μέσα από το έργο του, από στοιχεία που σίγουρα είναι αποσπασματικά και δύσκολο να επαληθευτούν. Βεβαιότητα δεν υπάρχει ούτε για το όνομα του αφού τα χειρόγραφα άλλες φορές δίνουν το όνομα Διογένης Λαέρτιος και άλλες Διογένης ο Λαερτιεύς. Μια εικασία περιγράφει πως το Λαέρτιος ίσως προέρχεται από κάποιον πρόγονό του που λεγόταν Διογένης Λαερτιάδης.
Το κυριότερο έργο του, που σώθηκε ολόκληρο, περιέχει τους βίους των αρχαίων φιλοσόφων και αποτελείται από 10 βιβλία. Είναι πιθανό για κάποιους, το έργο αυτό να κυκλοφόρησε την εποχή του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αλεξάνδρου Σεβήρου (222-235 μ.κ.ε.). Συνήθως ονομάζεται Βίοι φιλοσόφων, αλλά στην πραγματικότητα έχει έναν μακροσκελή τίτλο: «Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων και των εκάστη αιρέσει αρεσκόντων εν επιτόμω συναγωγή»
Στο προοίμιο του έργου του, ο συγγραφέας αναζητά την καταγωγή της φιλοσοφίας, και αναλύει τις ανατολικές επιδράσεις στους Έλληνες φιλοσόφους. Καταρχάς, χρησιμοποίησε πρωτότυπα στοιχεία από διαθήκες, επιστολές (όχι πάντα γνήσιες) και δικαστικά κείμενα. Κατά δεύτερο λόγο, χρησιμοποίησε λογοτεχνικά στοιχεία, όπως αναφορές από κωμωδίες εναντίον φιλοσόφων και στίχους από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Τέλος, άντλησε πληροφορίες από φιλοσοφικές πηγές, όπως επιμέρους συγγραφές για τους φιλοσόφους, τις αιρέσεις τους, τους καταλόγους μελών και ηγετών τους ή δοξογραφικές συλλογές που περιείχαν τα ουσιώδη σημεία της διδασκαλίας κάθε αιρέσεως. Πόσο σίγουρος μπορείς να είσαι γι’ αυτά που διαβάζεις, πόσο βέβαιος;
Πυθαγόρας ή Πυθαγόρης ο μεταφυσικός φιλόσοφος που για 1.000+ χρόνια ήταν απαγορευμένο να μιλά κανείς για την φιλοσοφία και το έργο του!!! Ότι πληροφορίες έχουμε για την ζωή και το έργο του προέρχονται από τους μεταγενέστερους του, τον Πορφύριο, τον Ιάμβλιχο και φυσικά τον Διογένη Λαερτιάδη. Ο Πυθαγόρης έζησε το 580-490 π.κ.ε και οι Πορφύριος και Ιάμβλιχος περίπου το 300 μ.κ.ε. οκτακόσια χρόνια αργότερα.
Πόσο σίγουροι μπορούμε να είμαστε για τα αποδιδόμενα στον Πυθαγόρα, όταν όλες ανεξαιρέτως οι πληροφορίες που έχουμε για τον Πυθαγόρα, την ζωή, τον θάνατο του και το έργο του είναι τελείως αμφίβολες. Η προσωπικότητα του και οι διδασκαλίες του τυλίχτηκαν με ένα πέπλο περίτεχνης ακατανοησίας, μεταφυσικού μυστηρίου και παράξενου θρύλου για πολλούς αιώνες και είναι αμφίβολο αν αυτό το μυστήριο το έχει χάσει σήμερα.
 … έτσι, ελαφρά τη καρδία, λέμε «όπως είπε ο Πυθαγόρας … μπλα μπλα μπλα» Που το ξέρεις με σιγουριά πως το είπε στ’ αλήθεια ο Πυθαγόρας όταν δεν γνωρίζουμε καν αν λεγόταν Πυθαγόρας ή Πυθαγόρης; Το σωστό είναι να λέμε «Εικάζουμε ό,τι ο Πυθαγόρας αναφέρετε σε ….»

Ο Βούδας δεν είναι ένας, μα πάνω από χίλιοι
 Η λέξη Βούδας ή Μπούντχα (χ δασύ) στην αρχαία Ινδική γλώσσα, που περιλαμβάνει την διάλεκτο Πάλι (Pāli) και τη Σανσκριτική, σημαίνει ο «Αφυπνισμένος» ή «Φωτισμένος». Προέρχεται από τη ρίζα του ρήματος μπουντχ, που σημαίνει αφυπνίζω, φωτίζομαι και κατανοώ.
Η λέξη Βούδας, συνεπώς, δεν αφορά κάποιον συγκεκριμένο θρησκευτικό δάσκαλο που έζησε στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά ένα τύπο ανθρώπου που έφθασε σε σημείο πνευματικής επίτευξης. Ο ιστορικός Σιντάρτα Γκαουτάμα είναι απλά ένας σε μια μεγάλη ακολουθία από Βούδες, η οποία κατευθύνεται είτε προς το άχρονο παρελθόν είτε στους μακρινούς ορίζοντες του μέλλοντος.  … και όμως αυθαίρετα αναφέρουμε ο Βούδας είπε αυτό ή το άλλο…  Ποιος Βούδας απ’ όλους το είπε και πόσο σίγουρος είσαι γι αυτό;
Ο Θεός δεν είναι ένας μα πάνω από 3.000.000 σε όλον τον πλανήτη, όταν λες ο Θεός είπε αυτό ή το άλλο σε ποιόν ακριβώς Θεό απ τους εκατομμύρια που υπάρχουν, αναφέρεσαι και πόσο σίγουρος είσαι , χωρίς αμφιβολία, για τα λεγόμενα του … Ούτε και ο Θεός έγραψε τίποτε, κάποιοι άνθρωποι λένε ό,τι έγραψε.
Σύμφωνα με τον Ιρλανδό Εμπειριστή του 18ου αιώνα επίσκοπο Τζωρτζ Μπέρκλεϊ «το Είναι ταυτίζεται με το Αντιλαμβάνεσθε»  που σημαίνει ό,τι όλος ο επονομαζόμενος «αντικειμενικός κόσμος» βρίσκεται μέσα στο νου μας. Ο Τζωρτζ Μπέρκλεϊ αναφέρει πως  η μόνη γνώση μας για τον κόσμο πηγάζει από την νόηση μας, ερχόμενη μέσα από τις αισθήσεις μας. Οι φιλόσοφοι ονομάζουν αυτήν την γνώση «αισθητηριακή εμπειρία» Ο αγαπητός επίσκοπος προχώρησε μέχρι του σημείου να συμπεράνει ό,τι αυτά τα αισθητηριακά δεδομένα πρέπει να προέρχονται από κάπου, επομένως αυτό το «κάπου» πρέπει να είναι ο θεός. 
Βασικά η ιδέα του Μπέρκλεϊ είναι ότι ο θεός βρίσκεται, μπροστά από ένα υπολογιστή, καταχωρώντας «αισθητηριακά δεδομένα» σε μια κοσμική ιστοσελίδα που όλοι μας είμαστε συνδεδεμένοι 24 ώρες το 24ωρο, 7 ημέρες την εβδομάδα. Και τι γίνεται με αυτούς που πιστεύουν ό,τι ο θεός δουλεύει μόνον 6 μέρες την βδομάδα;
Αυτό που θέλω να καταλάβουμε εδώ είναι πως ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΜΕ ΣΙΓΟΥΡΙΑ … χωρίς αμφιβολία… Ας σκεφτούμε λίγο, κάθε τι που θεωρούμε αφηρημένα καλό ή αφηρημένα κακό είναι δική μας ιδέα ή εμφύτευμα και ιδέα κάποιων άλλων! Δεν μας νοιάζει εδώ ποιών άλλων, αλλά αν είναι η ιδέα ΔΙΚΗ ΜΑΣ και αν ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΙΓΟΥΡΟΙ πως είναι δική μας, χωρίς αμφιβολία;
Αν –υποθετικά- έβαζαν το λεπίδι στο λαιμό σου και σε ρωτούσαν για ποιο πράγμα είσαι σίγουρος, απόλυτα σίγουρος, χωρίς ν’ αμφιβάλεις, υπάρχει κάτι ΣΙΓΟΥΡΟ,  που θα μπορούσες ν’ απαντήσεις; Με το κεφάλι σου να κρέμεται από μια κλωστή …. Τι θ’ απαντούσες  «ένα ξέρω, πως δεν ξέρω τίποτα» την πιο ηλίθια έκφραση, που αποδίδεται αυθαίρετα κι αυτή, στον Σωκράτη που δεν άφησε τίποτε γραπτό !!!!
«Το μόνο Σίγουρο είναι η Εικασία»
Οι  «μεγάλοι επιστήμονες» λεν πως «Αν δεν παρατηρήσεις κάτι, αυτό δεν υπάρχει και υπάρχει από την στιγμή που ο παρατηρητής, παρατηρεί το παρατηρούμενο.» Ναι αλλά αν δεν το παρατηρήσει, ο παρατηρητής,  αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει, απλά δεν υπάρχει ΜΟΝΟ για τον συγκεκριμένο παρατηρητή. Επομένως πρόσεχε τι παρατηρείς αν δεν θέλεις να του δώσεις υπόσταση. Αν κοιτάς την Άβυσσο, σε λίγο θα σε κοιτάξει κι αυτή κι αν δεν είσαι ικανός να την αντιμετωπίσεις… φίδι κολοβό που σε περιμένει ! και το θέμα δεν είναι να την  παρατηρείς εσύ, δεν τρέχει και τίποτα, το μεγάλο παιχνίδι αρχίζει όταν σε πάρει πρέφα αυτή κι αρχίζει να σε παρατηρεί… Βαράτε βιολιτζήδες τότε !!!
Δεν αναφέρθηκα καθόλου στο Χάος, ναι σε αυτό το σαγηνευτικό, το ελεύθερο, το αρχέγονο, μαγευτικό, δημιουργικό, εύπλαστο, άμορφο, πέρα από τις σκέψεις και λέξεις, αυτό το Χάος απ όπου ο Νους μας αντλεί σκέψεις ενέργεια, λέξεις και πλάθει πραγματικότητες. Το Χάος είναι ο θάνατος κάθε παράδεισου και κάθε κόλασης, το Χάος είναι η φωτιά του Φοίνικα που περιμένει να τον κάψει και να τον ξαναγεννήσει. Ναι το Χάος είναι η πηγή κάθε δημιουργίας, το αν θα είναι καλή ή κακή η κάθε δημιουργία, ελάχιστα ενδιαφέρει τον παίχτη της ζωής, γιατί αν έφταχνε μόνο καλές δημιουργίες … με τι θα έπαιζε;
Πόσο σίγουρος είσαι, για να μπορείς ν’ αμφιβάλεις;
Ένας κατηγορούμενος δικαζόταν για φόνο. Υπήρχαν στοιχεία που αποδείκνυαν την ενοχή του, αλλά δεν υπήρχε πτώμα. Στην αγόρευση του ο συνήγορος του κατηγορούμενου κατέφυγε σε ένα κόλπο. «Κυρίες και κύριοι, σας έχω μια έκπληξη, σε ένα λεπτό αυτός που θεωρείτε νεκρό θα μπει εδώ, στην αίθουσα του δικαστηρίου και θα αποδειχθεί ο πελάτης μου αθώος» Κοίταξε προς την πόρτα  και όλοι οι ένορκοι και οι συντελεστές της δίκης ακλούθησαν το βλέμμα του. Πέρασε ένα λεπτό και δεν συνέβη τίποτα. Τελικά ο δικηγόρος είπε:
«Κύριοι η αλήθεια είναι πως αυτή η δήλωση ήταν δικής μου επινόησης και δεν γνωρίζω αν ο νεκρός είναι όντως νεκρός ή όχι. Αλλά όλοι κοιτάξατε στην πόρτα με αγωνία και περιμένατε να εμφανιστεί. Επομένως υπάρχει λογική αμφιβολία για το αν είναι αληθινά νεκρός και περιμένω η ετυμηγορία σας να είναι αθώος»
Ύστερα από ελάχιστα λεπτά επέστρεψαν και ανακοίνωσαν την ετυμηγορία που ήταν «ένοχος»
«Μα πως μπορείτε να το κάνετε αυτό» ωρύεται ο δικηγόρος «Θα πρέπει να είχατε κάποιες αμφιβολίες, σας είδα όλους, που κοιτάζατε την πόρτα»
Ο Προϊστάμενος των ενόρκων του απάντησε: «Ναι εμείς, όλοι κοιτάζαμε την πόρτα, περιμένοντας το θύμα, να εμφανιστεί. Ο πελάτης σας όμως, όχι»
Εδώ η βεβαιότητα έιναι δεδομένη πέραν πάσης αμφιβολίας.

Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο



Οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να ασπαστούν μια γνώμη μόλις πειστούν πως είναι κοινώς αποδεκτή. Μπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε σαν θέσφατο μια κοινή προκατάληψη, διότι οι περισσότεροι άνθρωποι συντάσσονται με τη θέση του Αριστοτέλη ότι μπορούμε να ισχυριστούμε ως σωστό αυτό που πιστεύουν οι πολλοί.
Δεν υπάρχει γνώμη, όσο παράλογη κι αν είναι που οι άνθρωποι να μην είναι έτοιμοι να την ασπαστούν μόλις πειστούν πως είναι κοινώς αποδεκτή. Το παράδειγμα των άλλων επηρεάζει τόσο τη σκέψη τους όσο και τις πράξεις τους. Είναι σαν πρόβατα που ακολουθούν τον αρχηγό του κοπαδιού όπου τους οδηγήσει. Θα προτιμούσαν να τον ακολουθήσουν στο θάνατο παρά να σκεφτούν από μόνοι τους.
Είναι πολύ περίεργο που η γενική απήχηση μιας γνώμης έχει για τους ανθρώπους τόση βαρύτητα. Η ίδια τους η εμπειρία είναι σε θέση να τους διδάξει πως η αποδοχή μια γνώμης γίνεται ακριτα και είναι αποτέλεσμα μίμησης. Παρόλα αυτά οι ίδιοι δεν το αντιλαμβάνονται ποτέ, καθώς δεν κατέχουν αυτογνωσία. μόνο οι εκλεκτοί σύμφωνα με τον Πλάτωνα, «τις πολλοίς πολλά δοκεί» που σημαίνει πως ο κόσμος μπορεί να σκέφτεται αμέτρητες ανοησίες, και δεν είναι δυνατό ν ασχοληθούμε με όλες.
Για να μιλήσουμε με σοβαρότητα η γενική απήχηση μιας γνώμης δεν αποτελεί απόδειξη. Στην πραγματικότητα, δεν καθιστά καν πιθανή την ορθότητά της. Όσοι ισχυρίζονται το αντίθετο πρέπει να λάβουν υπόψη τους τα παρακάτω:
    * Σε βάθος χρόνου μια κοινώς αποδεκτή γνώμη χάνει την ισχύ της, διαφορετικά θα έπρεπε να αποκαταστήσουμε όλες τις παλαιότερες λανθασμένες απόψεις που κάποτε θεωρούνταν ως κοινά αποδεκτές αλήθειες. Για παράδειγμα θα έπρεπε να επαναφέρουμε το σύστημα του Πτολεμαίου ή να καθιερωθεί ξανά ο καθολικισμός στις προτεσταντικές χώρες.
    * Το ίδιο αποτέλεσμα έχει και η φυσική απόσταση, αλλιώς μια συναφής κοινώς αποδεκτή γνώμη των υποστηρικτών του βουδισμού, του χριστιανισμού και του Ισλάμ, θα τους έφερνε σε δύσκολη θέση.
Αν εξετάσουμε το θέμα διεξοδικά , θα δούμε πως αυτό που αποκαλούμε κοινώς αποδεκτή γνώμη δεν είναι παρά η γνώμη 2 ή 3 ατόμων. Αν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε την πραγματική διαδικασία γέννησης μιας γνώμης, δεν θα είχαμε γι αυτό την παραμικρή αμφιβολία.
Θα ανακαλύπταμε ότι δεν είναι παρά 2 ή 3 άνθρωποι που δέχτηκαν, προώθησαν και υποστήριξαν την άποψη την 1η φορά, κι ότι οι υπόλοιποι πίστεψαν αφελώς πως οι 2-3 αυτοί άνθρωποι την είχαν εξετάσει εξονυχιστικά προτού τη διαδώσουν. Ύστερα αποδέχτηκαν τη γνώμη αυτοί μερικοί επιπλέον, οι οποίοι ήταν πεπεισμένοι εξαρχής πως οι άνθρωποι που την διέδωσαν είχαν την απαραίτητη κατάρτιση. Στη συνέχεια σ αυτούς βασίστηκαν πολλοί άλλοι , που από οκνηρία προτίμησαν να πιστέψουν κάτι χωρίς δεύτερη σκέψη παρά να κοπιάσουν εξετάζοντας οι ίδιοι το ζήτημα.
Έτσι ο αριθμός των νωθρών και εύπιστων υποστηρικτών μεγάλωσε μέρα με τη μέρα. Μόλις η συγκεκριμένη άποψη κέρδισε ευρεία υποστήριξη, οι υπόλοιποι που αποφάσισαν να την ενστερνιστούν απέδωσαν τη μεγάλη της απήχηση στην ορθότητά της. Τότε όσοι είχαν απομείνει αναγκάστηκαν να αποδεχτούν ότι ήταν πλέον κοινώς αποδεκτό, προκειμένου να μην θεωρηθούν ταραξίες που απαρνιούνται τις γενικώς παραδεδεγμένες απόψεις, ή θρασείς, που θεωρούν ότι είναι πιο έξυπνοι απ όλους τους άλλους.
Όταν μια γνώμη φτάνει σ αυτό το βαθμό αποδοχής η συγκατάνευση αποτελεί πλέον καθήκον. Από το σημείο αυτό και στο εξής οι λίγοι που είναι ικανοί να κρίνουν θα σιωπήσουν. Μιλούν μόνο όσοι είναι παντελώς ανίκανοι να σχηματίσουν οποιαδήποτε γνώμη ή κρίση, αφού παπαγαλίζουν απλώς τις απόψεις των άλλων. Ωστόσο υπερασπίζονται τις συγκεκριμένες απόψεις με υπερβάλλοντα ζήλο και μισαλλοδοξία, καθώς αυτό που απεχθάνονται στους ανθρώπους με διαφορετικό τρόπο από το δικό τους δεν είναι τόσο οι διαφορετικές τους κρίσεις, όσο η τόλμη να θέλουν να σχηματίσουν τη δική τους άποψη. Εν ολίγοις, ελάχιστοι είναι ικανοί να σκεφτούν, όλοι όμως θέλουν να έχουν άποψη. Συνεπώς δεν απομένει παρά να ενστερνιστούν έτοιμες απόψεις άλλων αντί να σχηματίσουν τις δικές τους.
Εφόσον αυτό συμβαίνει, τι αξία έχει μια γνώμη, ακόμη κι αν έχει εκατοντάδες χιλιάδες υποστηρικτές; Δεν είναι περισσότερο τεκμηριωμένη από ένα ιστορικό γεγονός καταγεγραμμένο από 100 ιστορικούς, οι οποίοι αποδεικνύεται πως έχουν αντιγράψει ο ένας από τον άλλο, η άποψη στο τέλος μπορεί ν αποδοθεί σ’ ένα και μόνο άτομο. Άλλα θα πω εγώ, άλλα εσύ κι άλλα κάποιος άλλος. Δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από μια σειρά ισχυρισμών.
«Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο» Arthur Schopenhauer
[Σκεφτείτε για λογαριασμό σας επιτέλους, έστω και για μια φορά, ακόμα κι αν είναι μπερδεμένα, ακόμη κι αν πρέπει να πλεύσετε στις θάλασσες του αφηρημένου! Η επιστημονική γνώση δεν είναι αντικειμενική. Όλες οι βάσεις στις οποίες είναι στηριγμένα τα θεόρατα οικοδομήματά της είναι αυθαίρετες. Είναι, όπως ακριβώς και ο πολιτισμός μας, μια Συνωμοσία, ένα πονηρό συμβόλαιο, ένας εξορκισμός. Έχουμε τα γεγονότα για να μην κινδυνεύουν οι υπάρχουσες αιτιολογίες. Κατάρα σε όλα τ’ άλλα.
Ζούμε υπό το καθεστώς πολύ αυστηρής έρευνας και εγκαθίδρυσης αυθαίρετων συμπερασμάτων, που επηρεάζουν άμεσα όλους τους ανθρώπους, και το όπλο που χρησιμοποιούμε πιο συχνά ενάντια σ’ αυτό το καθεστώς είναι η αμφισβήτηση και η γελοιοποίηση. Δεν έχουμε άλλη λύση: αμφισβητείστε και γελοιοποιήστε ό,τι σας λένε! Πώς μπορεί να εξελιχθεί σωστά και να λειτουργήσει η γνώση, κάτω από τέτοιες συνθήκες;
Πρέπει να κρατήσουμε κρυφά τα βίτσια μας, για να μη στραφεί εναντίον μας η κοινωνία, μαθαίνοντας πως αφήσαμε πολύ πίσω μας τα περισσότερα πεδία σεξουαλικότητας, εμπορίου, θρησκευτικής πίστης, συμβατικότητας και νόμιμων απολαύσεων… Λοιπόν, πρόκειται να περάσουμε από την κατάσταση των μανιακών, στην προφητεία, και από τη μυστική μοναχική ηδονή, στη διακήρυξη αρχών και μανιφέστων. Πρέπει από ‘δω και πέρα να εργαστούμε πολύ σοβαρά, δηλαδή επαναστατικά.
Το πρώτο μέλημά μας θα πρέπει να είναι να προσθέσουμε στις συνταγματικές ελευθερίες, το δικαίωμα και την ελευθερία να αμφισβητούμε την επιστήμη!…] Charles Fort

Αμφισβητείστε και Γελοιοποιήστε ό,τι σας λένε


Αυτά είναι απ΄ ότι ξέρω τα μικρότερα από τα πράγματα που ίσως να είναι εκτροχιασμένα τρένα, ή τεράστια πράσινα φίδια – κατά την γνώμη μου βέβαια πρόκειται για τεράστια σκοτεινά αντικείμενα που πλησιάζουν τον πλανήτη μας… Κι ίσως παρά την φωτεινότητά τους να κρύβονται πίσω από τα σύννεφα ή και να έχουν ακόμα και τα δικά τους σύννεφα…
Ξέρουμε επίσης πως δονούνται και επηρεάζουν και την γη με την δόνησή τους…Και πως μετά εμφανίζεται μια πτώση στην Γη ενός υλικού που ανήκει σε εκείνον τον κόσμο ή ανεβαίνει υλικό του κόσμου μας σε εκείνον τον κόσμο, ή συμβαίνουν και τα δύο, ή συμβαίνει μια ανταλλαγή ύλης – διαδικασία που είναι γνωστή στην Προχωρημένη Σεισμολογία μας ως Κοσμική Μετάθεση…
Αν η ύλη ενός άλλου κόσμου βρίσκεται στην ατμόσφαιρά μας, η ορθόδοξη σκέψη θα δεχόταν – και είναι δεκτό – πως θα επηρεαζόταν από την γήινη βαρύτητα και θα έπεφτε κάτω στη Γη, όχι μόνο η ύλη αυτή, αλλά και ολόκληρος ο κόσμος πάνω στον οποίο βρίσκεται.

Φανταστείτε κάποια αντικείμενα στα ύφαλα του πλοίου. Κάποιες φορές τα αντικείμενα αυτά πέφτουν στον πάτο του ωκεανού. Όχι όμως και το πλοίο.
Τι νόημα όμως έχουν οι εκφράσεις, οι εξηγήσεις και οι παραδοχές;
Ο τρόπος μας είναι ο εξής.
Ορίστε τα στοιχεία. Κοιτάξτε τα μόνοι σας. Συμπεράνετε ό,τι θέλετε.
Τι νόημα μπορεί να έχει το τι πιστεύω εγώ;
Ορίστε τα στοιχεία.
Σκεφτείτε για λογαριασμό σας επιτέλους, έστω και για μια φορά, ακόμα κι αν είναι μπερδεμένα, ακόμη κι αν πρέπει να πλεύσετε στις θάλασσες του αφηρημένου! Η επιστημονική γνώση δεν είναι αντικειμενική. Όλες οι βάσεις στις οποίες είναι στηριγμένα τα θεόρατα οικοδομήματά της είναι αυθαίρετες. Είναι, όπως ακριβώς και ο πολιτισμός μας, μια Συνωμοσία, ένα πονηρό συμβόλαιο, ένας εξορκισμός. Έχουμε τα γεγονότα για να μην κινδυνεύουν οι υπάρχουσες αιτιολογίες. Κατάρα σε όλα τ’ άλλα.
Ζούμε υπό το καθεστώς πολύ αυστηρής έρευνας και εγκαθίδρυσης αυθαίρετων συμπερασμάτων, που επηρεάζουν άμεσα όλους τους ανθρώπους, και το όπλο που χρησιμοποιούμε πιο συχνά ενάντια σ’ αυτό το καθεστώς είναι η αμφισβήτηση και η γελοιοποίηση. Δεν έχουμε άλλη λύση: αμφισβητείστε και γελοιοποιήστε ό,τι σας λένε! Πώς μπορεί να εξελιχθεί σωστά και να λειτουργήσει η γνώση, κάτω από τέτοιες συνθήκες;
Πρέπει να κρατήσουμε κρυφά τα βίτσια μας, για να μη στραφεί εναντίον μας η κοινωνία, μαθαίνοντας πως αφήσαμε πολύ πίσω μας τα περισσότερα πεδία σεξουαλικότητας, εμπορίου, θρησκευτικής πίστης, συμβατικότητας και νόμιμων απολαύσεων… Λοιπόν, πρόκειται να περάσουμε από την κατάσταση των μανιακών, στην προφητεία, και από τη μυστική μοναχική ηδονή, στη διακήρυξη αρχών και μανιφέστων. Πρέπει από ‘δω και πέρα να εργαστούμε πολύ σοβαρά, δηλαδή επαναστατικά.

Το πρώτο μέλημά μας θα πρέπει να είναι να προσθέσουμε στις συνταγματικές ελευθερίες, το δικαίωμα και την ελευθερία να αμφισβητούμε την επιστήμη!…
….Πιστεύω πως μία ημέρα ο άνθρωπος θα έχει μία έκτη αίσθηση, μία αίσθηση σκοπού της ζωής, άμεση και χωρίς υποθέσεις…
Η συνείδηση του ανθρώπου είναι ισχυρή σαν μικροσκόπιο, μπορεί να συλλάβει και να αναλύσει την εμπειρία με ένα τρόπο που δεν μπορεί να πετύχει κανένα άλλο ζώο. Αλλά η μικροσκοπική όραση είναι στενή όραση. Χρειάζεται να αναπτύξουμε ένα άλλο είδος συναίσθησης που είναι αντίστοιχο του τηλεσκοπίου.
Χρειαζόμαστε ένα παραμέρισμα της κουρτίνας που ο συμβατικός κόσμος έχει τραβήξει μπροστά στα μάτια μας, μια νέα και μεγάλη προέκταση του οπτικού μας πεδίου, του πεδίου παρατήρησης.
Χρειαζόμαστε νέους τρόπους αντίληψης και κατανόησης και νέους τρόπους μετάδοσης των πραγμάτων που θα αντιληφθούμε και θα κατανοήσουμε. Και χρειαζόμαστε και μία νέα γλώσσα, νέους θριάμβους και νέες ήττες, νέες τραγωδίες και νέα έπη, νέες δεισιδαιμονίες και καινούργιες επιστήμες, νέες λογοτεχνίες και μια προφητική ποίηση.

Μια δικαίωση των καταραμένων.
Μια διανοητική αναγέννηση.
Αυτό θα σημαίνει μια ριζική αναθεώρηση ενός μεγάλου μέρους των γνώσεων μας και των πραγμάτων που θεωρούνται δεδομένα. Μια τέτοια αναθεώρηση δεν συμφέρει κανέναν από αυτούς που χειρίζονται τις λειτουργίες των καθημερινών συστημάτων και επιπλέον οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν το μικρό, σίγουρο και ασφαλές νησί τους, για να εξερευνήσουν τα αβέβαια νερά ενός νέου ωκεανού.
Έτσι κάποιοι ανήσυχοι άνθρωποι θα αναλάβουν αυτή την εξερεύνηση, χωρίς καμία υποστήριξη, χωρίς κανένα δεδομένο σύμμαχο, χωρίς καμία αναγνώριση του έργου τους, χωρίς εξιστόρηση των περιπετειών τους. Πολλές φορές χάνονται για πάντα μέσα από εκείνο το πέρασμα που τους οδήγησε μακριά από το σπίτι. Και να σας πω κάτι; Είναι μια πολύ καλή ιδέα για να ξεφύγω επιτέλους από τον σπιτονοικοκύρη μου…

Η ΠΑΥΣΗ ΤΩΝ ΣΚΕΨΕΩΝ, ΩΣ ΕΙΣΟΔΟ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Η σκέψη είναι για να μας πει πως κάτι, είναι έτσι….. Μας δείχνει δηλαδή, την πραγματικότητα του. Η πρώτη όμως σκέψη. Στην αρχή. Μετά, είτε επειδή δεν μας αρέσει, είτε επειδή δεν στεκόμαστε «στο ακαριαίο», είτε επειδή έχουμε συνηθίσει, και ειδικά επειδή νομίζουμε πως πρέπει να απαντήσουμε σαν να μας έχει τεθεί κάποια ερώτηση, (αφορά την ασυνείδητη τάση να δούμε που βρισκόμαστε όσων αφορούν την Αυτογνωσία μας), απομονώνουμε αυτήν την πρώτη σκέψη, και διαμελίζοντας την, προσπαθούμε να βγάλουμε κάποιο νόημα. (Αυτό, που ήδη έχει περάσει από μπρος μας αλλά δεν σταθήκαμε…)

Δεν είπε ποτέ κανείς πως η δραστηριότητα του μυαλού πρέπει να τερματιστεί. Αυτό που πρέπει να σταματήσει, είναι η ανεξέλεγκτη λειτουργία του. (Με αυτήν την έννοια είναι ότι «το μυαλό πρέπει να φύγει», που γράφεται σε πάμπολλα βιβλία), Το βάσανο όμως τελικά πρέπει να φύγει, (που οι ίδιοι του έχουμε επιτρέψει να συντηρείται στη ζωή μας), με τις μετέπειτα προτροπές των δευτερεύων σκέψεων να κάνουμε ή να είμαστε, όλα αυτά που οδηγούν στη φυλάκιση μας. (Ειδικά όταν επαναλαμβάνουμε αδιέξοδες διαδικασίες της …..)

Για να έρθει αυτό το σταμάτημα όμως, χρειάζεται πρώτα «να δούμε τι κάνουμε». Αν δεν δούμε, νομίζουμε, πως το βάσανο είναι κάτι το φυσιολογικό. Μα κάπου βέβαια με το δίκιο μας, μια και δεν γνωρίζουμε κάτι άλλο….

Όμως η «ενεργοποίηση»  του παρατηρητή (από μας), είναι πολύ βασική (αρχικά). Γιατί όταν συλλαμβάνουμε τις σκέψεις, έχουμε την εντύπωση, πως είναι και σαν εντολές για να τις ακολουθούμε. Όχι. Να σταθούμε χρειάζεται. Να σταθούμε λίγα δευτερόλεπτα και «να δούμε»…….., τι σκεφτόμαστε…

Γιατί στεκόμενοι να δούμε, χωρίς να μείνουμε ιδιαίτερα σε καμία σκέψη, (και να κάνουμε σενάρια μόνο γι’ αυτήν, θέτοντας τον εαυτό μας σε αυτή τη θέση), διαπιστώνουμε τελικά, πως οι σκέψεις περνάνε, και απλά……φεύγουν….. Προσπερνούν. Γιατί αυτή είναι η δουλειά τους….. Να περνούν, και να συνεχίζουν την πορεία τους… Σαν ένα ποτάμι που συνεχώς κυλά…. Αν βάλουμε όμως εμείς μία πέτρα στο πέρασμα του νερού, (επιλέγοντας να αναλύσουμε μία σκέψη διαχωρίζοντας την από όλες τις άλλες, δηλαδή από τη συνεχή ροή), κάνουμε παύση, σε όλη μας την ύπαρξη.

Τέτοιες παύσεις είναι που καθορίζουν τη ζωή μας, και κολλάμε σε πρόσωπα, καταστάσεις, πράγματα….., κι έρχονται τα προβλήματα, οι αμφισβητήσεις, η δυστυχία….


Η ίδια η ζωή είναι μία συνεχής ροή. Αυτό αφορά το γνωστό, «να πηγαίνουμε με το ρεύμα». Με το ρεύμα της ζωής όμως είναι που πρέπει να πηγαίνουμε. Όχι με το ρεύμα της κάθε μιας ξεχωριστής σκέψης μας, που μας οδηγεί μόνιμα σε αδιέξοδα. Γιατί οι σκέψεις, προχωράνε ακριβώς όπως η ζωή. Με τη ροή, του ανάλογου ρεύματος που οι ίδιοι διαλέγουμε.

Επομένως δεν υπάρχει κάτι να λυθεί. Χρειάζεται απλά να καταλάβουμε, πως τα πάντα είναι, όπως πρέπει να είναι. Ότι η δική μας συμμετοχή «για έλεγχο των πάντων» είναι που μας δυσχεραίνει τη ζωή, και τελικά σε αυτό έγκειται και η πηγή όλου του κακού….. Οι μάσκες, οι προσκολλήσεις, οι παρανοήσεις, το κάθε κυνήγι, τα σενάρια, τα θέλω, τα μη, τα γιατί…

Γιατί η πρώτη σκέψη είναι καθαρή! Είναι η πληροφορία της πραγματικότητας που δηλώνει. Πριν όμως το μυαλό μας μπει σε λειτουργία. Και αν παρατηρήσουμε, κάθε φορά που αντιλαμβανόμαστε κάτι, συνήθως από κάποιο εξωτερικό ερέθισμα, πχ ενός ανθρώπου, (ειδικά για κάτι που με τη στάση του συλλαμβάνουμε, και μας γίνεται γνωστό με τις ανάλογες σκέψεις που «δεν περιμέναμε», οι οποίες φυσικά και δεν μας βολεύουν στον τρόπο που έχουμε «τακτοποιήσει» να θεωρούμε τα πράγματα), αντιδράμε, όμως μετά από κάποιο χρόνο αργότερα…

Πότε; Όταν ύστερα από το συμβάν, «σκεφτόμαστε» αυτό που συλλάβαμε από τα λεγόμενα, και το βάζουμε κάτω, το πατάμε, το φέρνουμε από εδώ, το πάμε από εκεί, το αναλύουμε, και βάζοντας μέσα του όλες τις πίστεις, πεποιθήσεις, και οριοθετημένες αντιλήψεις μας, (οι οποίες έχουν προέλθει από τις ανάλογες εμπειρίες μας στη ζωή), βγάζουμε τελικά ένα συμπέρασμα, και είμαστε έτοιμοι να επαναφέρουμε το θέμα στον άλλον, μια και έχουμε κάπου καταλήξει, ώστε να του ζητήσουμε και τον λόγο του γιατί πχ, μας φέρεται έτσι…. Η παραποίηση της αρχικής σκέψης πλέον, (μετά την επεξεργασία της από μας), είναι γεγονός!

Όμως τη στιγμή που «συλλάβαμε» από το ερέθισμα την αρχική σκέψη, δεν είχαμε καμία ένσταση. Ήταν για μας κάτι φυσιολογικό, έτσι ακριβώς όπως ήταν. Μία πραγματικότητα. Εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή, μέσα μας, το αποδεχτήκαμε, απλά ως μία κατάσταση. Όμως τότε, (έστω και για κλάσμα του δευτερολέπτου) ήμασταν άδειοι. Καθαροί. Ήμασταν ένας καθρέφτης στον οποίο, αντανακλάστηκε κάτι, και φάνηκε. (Γίναμε δηλαδή «η αφορμή», να εκδηλωθεί, ή να κάνει την εμφάνιση του, ότι υπήρχε ήδη μέσα ως αιτία λειτουργίας... Η σύλληψη του, με την αντίστοιχη του σκέψη, θα μπορούσε να γίνει αναγνωρίσιμη και φανερή και από τους δυο μας, αν παρατηρούσαμε, ή αλλιώς μέναμε να ακούσουμε…) Τώρα, και ο άλλος δεν ξέρει αυτό που έκανε γιατί το έκανε, και εμείς το παραποιήσαμε μετατρέποντας το σε προσωπικό.

Συνήθως πάντως, την ελάχιστη αυτή στιγμή, τη θυμόμαστε (αν τη θυμόμαστε μια και μπορεί να ήταν ακόμα και αστραπιαία), σαν ένα «σοκ» μέσα μας, που προς στιγμήν μας ακινητοποίησε. (Συγκριτικά με τη συνήθη στάση στη ζωή μας μέσω των σκέψεων που έχουμε συλλάβει με τη συνέχιση τους να τρέχουν από μας για να βολέψουν, να κρίνουν, να ταυτοποιήσουν, να τοποθετήσουν τα πάντα, κι αυτό να γίνεται συνεχώς….). Όμως τη στιγμή του «σοκ», η ουσία είναι πως…


ΔΕΝ ΣΚΕΦΤΟΜΑΣΤΑΝ!

Υπήρχε, ένα τίποτα μέσα μας…. Κενό…. Μία παύση… Αυτό είναι όμως που πρέπει να καταφέρουμε, και αυτό ακριβώς αφορά το λεγόμενο, «σταμάτημα της σκέψης»: Να μένουμε, αφουγκραζόμενοι τα πάντα, για το τι έχουν να μας πουν.... Όπου κι αν στραφούμε... Γιατί τα πάντα μιλούν... Κι όταν τα ακούμε, εμείς, πρέπει να απέχουμε, από το να παίρνουμε την οποιαδήποτε θέση σε σχέση με αυτά...

Να μπορούμε να κρατήσουμε (εκπαιδεύοντας τον εαυτό μας), την αντίληψη μας, στην κατάσταση της πρώτης επαφής μας με την καθαρή σκέψη. Δηλαδή να μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε, τις αρχικές σκέψεις που αφορούν τη γνώση της πραγματικότητας. Χωρίς τις επιπρόσθετες επάνω τους αρνήσεις, αντιδράσεις, ενεργοποιήσεις. Γιατί ότι συλλαμβάνουμε, ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ προς πληροφόρηση μας. Μόνο. Για τίποτα περισσότερο.

Και δεν είναι βέβαια για να εμπλακούμε. Στο οτιδήποτε. Είναι για να βλέπουμε που είμαστε κάθε φορά. Είναι για να αντιλαμβανόμαστε τις λειτουργίες μας. Αν κάτι δεν μας αρέσει, είναι σε μας που πρέπει να βρούμε τη θέση που θέλουμε να έχουμε, και όχι ότι κι αν εισπράττουμε από έξω να επιτρέπουμε να μας επηρεάζει, και να μας αναγκάζει να δρούμε, αλλάζοντας την δική μας κάθε φορά πορεία…. (Γιατί αυτή δεν είναι τελικά δράση, αλλά αντί-δραση, από δράση εξωτερική).

Όπως, και το να βλέπουμε και τις λειτουργίες όλων των άλλων με τους οποίους ερχόμαστε σε επαφή, (και με ότι ερχόμαστε σε συμμετοχή), γιατί κι αυτά αφορούν γνώση της πραγματικότητας, για το πώς έχουν τα πράγματα, οι άνθρωποι, οι καταστάσεις, οι νόμοι, οι αιτίες, και κάθε (φαινομενική) κίνηση…

Ο καθένας, είναι ο μόνος υπεύθυνος για το τι του συμβαίνει, σε πιο συνειδησιακά στάδιο βρίσκεται, τι συνειδητοποιεί, τι αισθάνεται, τι βιώνει, τι τον κινεί, τι αποφεύγει, τι τον εμποδίζει, τι θέλει να πετύχει για τον ίδιο, ποιος είναι, ποιος θέλει να είναι, όπως και τι αποφάσεις θα πάρει κάθε στιγμή στη ζωή του.


Παραμένοντας λοιπόν εκεί, (στη θέση της αρχικής πληροφορίας, μέσω της καθαρής πρώτης σκέψης), και «εισχωρώντας» θεληματικά, ακόμα πιο μέσα, (με βύθιση, και επικέντρωση σε μας), βλέπουμε πως η αντίληψη μας, (που είναι κάτι πολύ Εσωτερικότερο από τη σκέψη), αποτυπώνει στον εγκέφαλο μας τις πληροφορίες, οι οποίες στη συνέχεια γίνονται αντιληπτές ως οι δημιουργημένες σκέψεις, (οι αρχικές σκέψεις) για την κατανόηση μας.

Μετά από αυτή τη φάση είναι που μπαίνει σε λειτουργία, η συνηθισμένη αναλυτική σκέψη μας, του συγκεκριμένου νου όπως λέγεται. Συγκεκριμένου, γιατί ενώ «είδαμε» κάτι καθαρά και καθολικά, το εντάσσει (ο συγκεκριμένος νους, το μυαλό), μέσω του περιορισμού σε κάτι, που του θέτει όρια, μεταμορφώνοντας το έτσι, που «να θεωρούμε» πως μας αφορά.

Είναι αναγκαίο λοιπόν αυτό το σταμάτημα, ή, η ανακάλυψη, με εστιασμένη προσοχή στο τι κάνουμε, ώστε να βρούμε (η να συλλάβουμε) την ακαριαία αποτύπωση της καθαρής πρώτης σκέψης. Και αυτό το σημείο, να το «ανοίξουμε», ώστε να κοιτάμε από εκεί. Να συλλαμβάνουμε δηλαδή τις αρχικές συλλήψεις της σκέψης χωρίς προσθήκες επάνω της. Αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, όπου κι αν στραφεί, (εστιαστεί) η προσοχή μας.

Αν θέλουμε να ελευθερωθούμε, από τα δικά μας, (δημιουργημένα) δεσμά. Αν όχι θα' ρθουμε, και θα ξανάρθουμε και θα ξανάρθουμε... Η ουσία είναι πως κανείς δεν μπορεί να κάνει για μας. Είτε τώρα είτε αργότερα,  είναι κάτι που θα κάνουμε ούτως ή άλλως. Αυτή είναι η φύση μας. Πηγαίνοντας κόντρα, έρχονται άλλα, που σαφώς δεν θα προτιμούσαμε...

Παραμένοντας (για να ολοκληρώσουμε), όμως εκεί, (πριν την ανάλυση), διαπιστώνουμε πως είμαστε σε μία κατάσταση (σε ένα αντιληπτικό πεδίο) εκτός του πεδίου των σκέψεων. Πιο πάνω (πέρα), ή πιο βαθιά, (μέσα), από αυτό της σκέψης.… Γιατί δεν μπορούμε να δούμε κάτι, με το οποίο είμαστε ταυτισμένοι. Η αλλαγή θέσης μας όμως (άρα και αποταύτισης μας), είναι που μας επιτρέπει, να τις βλέπουμε όπως είναι...

Γιατί εντέλει, μόνο πηγαίνοντας πέρα από τη σκέψη (μετά), μπορεί να γίνει η σκέψη μας, το ικανότερο, και το πιο χρήσιμο «εργαλείο μας», το οποίο και χρειαζόμαστε ώστε «να ζούμε», κι όχι «να απομυζούμε», τον ίδιο τον Εαυτό μας.



Αυθεντικά, Συνειδητά, Αφιερωμένα, Ολικά και με Ευδαιμονική Συνπορεία του Εαυτού, και όλων των εαυτών…….., ως Ένα. Γιατί μόνο δώρα μπορούμε να έχουμε. Γιατί Δώρα, είναι τα πάντα στη ζωή μας. Η Ζωή μας!