Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Θανατολογία - Η επιστήμη του θανάτου


Η ερευνητική ικανότητα του ανθρώπου βασίζεται σε μια θεμελιώδη προϋπόθεση: ο άνθρωπος πρέπει να ζει για να ερευνά. Αν ο εγκέφαλός του δεν λειτουργεί, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε έρευνα, ούτε παρατήρηση, ούτε πείραμα, ούτε σκέψη. Ο θάνατος λοιπόν ακυρώνει όλα τα παραπάνω αφού, ως μάρτυρες του θανάτου των άλλων, γνωρίζουμε ότι μόλις κάποιος πεθάνει, τα όργανα απ’ τα οποία πηγάζει η ερευνητική του ικανότητα καταστρέφονται. Έτσι, στο ερώτημα «τι είναι ο θάνατος», με περισσή βεβαιότητα θα μπορούσε κάποιος να απαντήσει «δεν ξέρουμε και δεν θα το μάθουμε ποτέ». Ας πάρουμε όμως τα πράγματα λίγο από την αρχή.



Τα τρία στάδια της ζωής

Εν αρχή ην… ο έρως! Από τη στιγμή που επιτευχθεί η γονιμοποίηση, δηλαδή η σύζευξη του σπερματοζωαρίου του άντρα και του ωαρίου της γυναίκας, ξεκινάει η πορεία του νέου ανθρώπου. Αν εξετάσουμε το φαινόμενο της εννεάμηνης κύησης από την ενεργειακή του πλευρά, θα παρατηρήσουμε ότι η μεταμόρφωση του εμβρύου σε βρέφος απαιτεί την αποκλειστική λήψη ενέργειας από τη μητέρα. Η μητέρα τρέφεται είτε με φυτικές, είτε με ζωικές τροφές τις οποίες παραλαμβάνει από το περιβάλλον της. Μέσω του ομφάλιου λώρου μεταφέρονται στο έμβρυο τα απαραίτητα χημικά συστατικά που προέρχονται από αυτές τις τροφές και έτσι επιτυγχάνεται η ανάπτυξή του.

Το στάδιο που ακολουθεί είναι αυτό του τοκετού, με το οποίο και ολοκληρώνεται η μονομερής εξάρτηση του βρέφους από τη μητέρα του. Φυσικά, η επιβίωσή του συνεχίζει να εξαρτάται από τη φροντίδα της μητέρας του, αλλά και άλλοι άνθρωποι, εκτός της μητέρας του, μπορούν να το φροντίζουν και να το βοηθήσουν να επιβιώσει. Επίσης, μετά τη γέννησή του, το βρέφος αρχίζει να αλληλεπιδρά ενεργά με το περιβάλλον του, κάτι που δεν συνέβαινε για όσο διάστημα βρισκόταν στην κοιλιά της μητέρας του. Μπορεί να δέχεται από αυτό διάφορα χημικά συστατικά (π.χ. μέσω του φαγητού) και να απελευθερώνει άλλα χημικά συστατικά που αποτελούν προϊόντα των μεταβολικών διαδικασιών που συμβαίνουν στον οργανισμό του (π.χ. διοξείδιο του άνθρακα μέσω της αναπνοής, νερό και άλατα μέσω του ιδρώτα, κ.ά.). Αυτή η αμφίδρομη σχέση αλληλεπίδρασης συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου.

Στο τελευταίο στάδιο, αυτό του θανάτου, ολοκληρώνεται η πορεία του ανθρώπου ως άτομο και ως ζωντανός οργανισμός. Ο άνθρωπος πεθαίνει αλλά δεν χάνεται και ούτε εξαφανίζεται. Από τη στιγμή του θανάτου του και έπειτα, δεν παραλαμβάνει τίποτα πια από το περιβάλλον του, παρά μόνο προσφέρει σ’ αυτό, κυριολεκτικά, τα πάντα! Ο θάνατος οδηγεί τον άνθρωπο σε μια νέα πορεία: γίνεται ο ίδιος τροφή για τους οργανισμούς που θα δημιουργηθούν μετά από αυτόν - αυτό, στην περίπτωση που ακολουθήσει η ταφή του στο χώμα ή κάποια άλλη διαδικασία βιο-αποδόμησης. Αν ο νεκρός δεν ταφεί αλλά αποτεφρωθεί ή υποστεί άλλης μορφής τεχνητή αλλοίωση, απλά θα μετατραπεί σε θερμότητα, αέρια και ανόργανες χημικές ενώσεις. Όπως και να ‘χει, τα συμπαντικά συστατικά του θα συνεχίσουν ακάθεκτα την αιώνια πορεία τους στο χώρο.


Η συμπαντική φύση του ανθρώπου
Λαμβάνοντας υπόψη μας τα παραπάνω τρία στάδια που ακολουθούν αναπόφευκτα, πιστά και χωρίς την παραμικρή απόκλιση όλοι οι άνθρωποι στη ζωή τους, δεν θα ήταν καθόλου υπερβολικό να πούμε ότι κυριολεκτικά ο άνθρωπος προέρχεται από παντού. Όπως έλεγε και ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Αναξίμανδρος: «Όλα τα όντα γεννιούνται από το άπειρο».
Τα χημικά συστατικά από τα οποία αποτελείται ο άνθρωπος από τη στιγμή που θα γίνει η αναπαραγωγική του σύλληψη, προέρχονται από τις τροφές που λαμβάνει η μητέρα του. Οι τροφές αυτές αποτελούν τα προϊόντα άλλων προγενέστερων αναπαραγωγικών διαδικασιών που έχουν συμβεί στο φυσικό περιβάλλον, είτε αυτές αφορούν φυτικούς, είτε ζωικούς οργανισμούς. Επομένως, χάρη σε όλα αυτά τα προϊόντα της φύσης που λαμβάνει η μητέρα, επιτυγχάνεται η ανάπτυξη του νέου ανθρώπου. Και αν εξετάσουμε τη χωροχρονική πορεία αυτών των χημικών συστατικών, θα καταλήξουμε να μελετάμε τη δημιουργία του ηλιακού μας συστήματος, του γαλαξία μας και του σύμπαντος.
Τα θεμελιώδη συμπαντικά συστατικά δημιουργούν συνεχώς δομές ποικίλων μορφών και λειτουργιών. Το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο. Μόλις επέλθει ο θάνατός του, αυτά δεν σταματάνε. Συνεχίζουν το ταξίδι τους, δίνοντας την ευκαιρία και σε άλλους οργανισμούς και άλλες υλικές δομές να υπάρξουν. Τόσο η διαδικασία της βιολογικής εξέλιξης των ειδών, όσο και της εξέλιξης του σύμπαντος, στηρίζεται στην ανεξαρτησία και τη χωρική ευελιξία που χαρακτηρίζει αυτά τα θεμελιώδη συστατικά.


Τα θεμελιώδη συστατικά που υπάρχουν π.χ. στην καρδιά μας είναι πανομοιότυπα με τα θεμελιώδη συστατικά που υπάρχουν στα άτομα του ηλίου στον ήλιο, στα μόρια των φυτών, των ζώων και όλων των άλλων υλικών δομών του σύμπαντος.

Η αίσθηση της ταυτότητας
Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο άνθρωπος δημιουργεί για τον εαυτό του την αίσθηση του ατόμου, διαφοροποιώντας τον έτσι από το εξωτερικό περιβάλλον. Η νοητική αυτή διαδικασία τον βοηθάει να αναπτύξει μία ταυτότητα με την οποία θα τον αναγνωρίζουν οι συνάνθρωποί του. Πρόκειται για ένα καθαρά κοινωνικό φαινόμενο. Και ταυτόχρονα πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες ψευδαισθήσεις. Νομίζει ότι είναι κάτι το ξεχωριστό από το σύνολο, από την πηγή δηλαδή που τον δημιούργησε, ή, πιο σωστά, από την οποία απέκτησε τη συγκεκριμένη μορφή που έχει. Αρχίζει να χτίζει την ταυτότητά του με ένα σωρό στοιχεία και χαρακτηριστικά που τον απομακρύνουν από τον αληθινό του εαυτό, την πραγματική του φύση, και να ζει σε μια διαρκή πλάνη.

Ο θάνατος λοιπόν ολοκληρώνει τη ζωή ενός ανθρώπου και τερματίζει την ταυτότητά του για πάντα. Κανένας άνθρωπος που θα γεννηθεί στο μέλλον δεν πρόκειται να είναι πανομοιότυπος με κάποιον άλλον του παρελθόντος. Καμία ταυτότητα δεν… επανεκδίδεται, γιατί οι παράγοντες που τη διαμορφώνουν (ο τρόπος ανατροφής, η οικογένεια, η κοινωνία, οι εμπειρίες, η ιδιοσυγκρασία της προσωπικότητας, κ.τ.λ), αν και δεν είναι σε καμία περίπτωση μοναδικοί, συνδυάζονται με μοναδικό τρόπο στον καθένα.
Μπορεί η έννοια της σωματικής-δομικής ταυτότητας να χάνεται με το θάνατο, αλλά η ουσία του ανθρώπου, ο πυρήνας του, δεν χάνεται - απλά αλλάζει μορφή. Η αποταύτιση λοιπόν από τη μορφή μπορεί να μας απελευθερώσει από το φόβο του θανάτου. Γιατί μπορείς να χάσεις κάτι που έχεις, αλλά όχι κάτι που είσαι.


Ο Ηράκλειτος και ο Επίκουρος για το θάνατο
Οι παραπάνω επιστημονικές διαπιστώσεις σχετικά με τη συμπαντική φύση του ανθρώπου, εκφράστηκαν με τον καλύτερο τρόπο από τον αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο Ηράκλειτο (δεν είναι τυχαίο που του έχει αποδοθεί ο χαρακτηρισμός «φυσικός» φιλόσοφος): «Αθάνατοι θνητοί, θνητοί αθάνατοι, ζώντες τον εκείνων θάνατον, τον δε εκείνων βίον τεθνεώτες». Η μετάφραση αυτού του αποσπάσματος από τον φιλόσοφο Bertrand Russell στους Προσωκρατικούς έχει ως εξής: «Οι αθάνατοι είναι θνητοί και οι θνητοί αθάνατοι. Όλοι ζουν με το θάνατο των άλλων και πεθαίνουν με τη ζωή των άλλων».

Οι «αθάνατοι» κατά τον Ηράκλειτο, όποιοι και ό,τι και αν είναι, ως προς τη σχέση τους με το χρόνο, ξεχωρίζουν από τους θνητούς γιατί δεν χάνουν την ταυτότητά τους. Έχουν την ικανότητα να μεταβαίνουν από τη μια μορφή έμβιας ή άβιας οργάνωσης στην άλλη. Δεν γνωρίζουν όρια στο χρόνο, αλλά ούτε και στο χώρο. Δημιουργούν φθαρτές οργανωμένες δομές με ταυτότητα (θνητούς), η οποία κάποτε χάνεται αφού αυτές οι δομές αποδιοργανώνονται πλήρως. Έτσι, γίνονται και οι ίδιες τροφοδότριες των νέων αναπτυσσόμενων δομών. Το άφθαρτο θρέφει συνεχώς το φθαρτό, και αντίστροφα.

Υπάρχει λοιπόν κάτι κοινό σε όλες τις υπαρκτές δομές του σύμπαντος, της Γης και ειδικότερα μεταξύ των ζωντανών και των νεκρών οργανισμών. Η σχέση τους είναι σχέση αλληλοσυμπλήρωσης και αλληλεξάρτησης.

Ένας άλλος φιλόσοφος της αρχαιότητας, ο Επίκουρος, δίδασκε τα εξής για το θάνατο: «Ο θάνατος δεν είναι φοβερό κακό για εμάς, διότι όταν είμαστε ζωντανοί δεν υπάρχει θάνατος και όταν έλθει εμείς δεν βρισκόμαστε πια στη ζωή. […] Με το θάνατο, τόσο το σώμα όσο και η ψυχή αποσυντίθενται στα άτομα από τα οποία αποτελούνταν κι επομένως όσα λέγονται για τον Άδη είναι παραμύθια». Η αποδιοργάνωση της σωματικής δομής του ανθρώπου που συνοδεύει το θάνατο, μπορεί να μας δημιουργεί την εντύπωση ότι «όλα σταματάνε εδώ», αλλά στην πραγματικότητα τίποτα δεν σταματάει για τα θεμελιώδη συστατικά που συνθέτουν την ταυτότητα. Όλα συνεχίζονται με διαφορετικό τρόπο, όχι όμως με τον τρόπο που θα ήλπιζαν πολλοί. Απ’ τη στιγμή που έχει αποδιοργανωθεί η δομή (σωματική και ψυχική, για τον Επίκουρο) που προσέδιδε μια υπόσταση στην ανθρώπινη ταυτότητα, δεν τίθεται ζήτημα μεταθανάτιας ζωής.


Ο φόβος του θανάτου

Ο Επίκουρος ήταν από τους
αρχαίους Έλληνες φιλοσό-
φους που αντιμετωπίζανε το
θάνατο λογικά, χωρίς να α-
ναζητά στηρίγματα σε θεωρί-
ες περί μεταθανάτιας ζωής.
Για το φόβο του θανάτου ο Επίκουρος θα μας έλεγε το εξής: «Ο θάνατος δεν είναι τίποτα για εμάς, επειδή κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, ενώ ο θάνατος είναι να στερηθείς την αίσθηση». Ως «αίσθηση» ο Επίκουρος όριζε την αισθητηριακή αντίληψη για τα πράγματα που μας περιβάλλουν. Ήταν πεπεισμένος ότι μόνο μέσω των αισθήσεών μας μπορούμε να αποκτήσουμε ασφαλή γνώση της πραγματικότητας. Χωρίς να μπορούμε να αισθανθούμε λοιπόν το παραμικρό αφού πεθάνουμε, πώς είναι ποτέ δυνατό να μάθουμε (δηλαδή, να αποκτήσουμε τη γνώση) αν ο θάνατος είναι κάτι καλό ή κάτι κακό;
Ένας τρόπος που μπορεί να μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε το φόβο του θανάτου είναι να ζούμε. Να ζούμε τη ζωή μας χωρίς απωθημένα και χωρίς αναβολές. Φοβάται να πεθάνει εκείνος που συνεχώς αναβάλει τη ζωή του για το μέλλον, εκείνος που σχεδιάζει το αύριο χωρίς να ζει το σήμερα. Με άλλα λόγια, εκείνος που δεν ζει ολοκληρωμένα. Ο πλήρης, αυτός που νιώθει τη ζωή στα κύτταρά του να κυλάει την κάθε στιγμή, δεν έχει κανένα λόγο να φοβάται. Ό,τι είναι στις δυνάμεις του θα το κάνει και ό,τι επιθυμήσει στη ζωή του θα το διεκδικήσει, πάντα συνειδητά και με αυτογνωσία.
Ο θάνατος λοιπόν, φαίνεται πως δεν είναι και τόσο δραματικός. Είναι απλά ένα ακόμη στάδιο στην εξελικτική πορεία των αιώνιων συμπαντικών συστατικών και της συνειδητότητας. Η ζωή μας αποτελεί την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε αυτή την εξελικτική πορεία και μέσω αυτού του γεγονότος η ζωή να αποκτήσει συνείδηση του εαυτού της. Γιατί να επισκιάσουμε αυτή την ευκαιρία με την προσκόλλησή μας σε μια ψεύτικη ταυτότητα;


Βιβλιογραφία
- Επίκουρος, 1994, Άπαντα, Εκδόσεις Κάκτος.
- Ηράκλειτος, 1995, Άπαντα, Εκδόσεις Κάκτος.
- Russell B., 1982, Οι Προσωκρατικοί, Εκδόσεις Αρσενίδης.

aytepignosi.com

#parallelquantum

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου