Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

Το Νόημα της Ζωής


Για να διαμορφωθούν απόψεις για το νόημα της ζωής και τον προορισμό του ανθρώπου δεν είναι ανάγκη να αναφερθούμε στο Θεό και στη θρησκεία. Θα ήταν πιο λογικό να αποφεύγουμε την ανάμιξη των τελευταίων και να μην περιπλέξουμε ένα ζήτημα, για το οποίο γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλές προκαταλήψεις, θεωρίες, η πιο μεγάλη άγνοια και οι πιο εύκολες αμφισβητήσεις.   
Γνωρίζουμε πόσο δύσκολο είναι να αναγνωριστεί μία διαφορετική άποψη για το Θεό και ότι αντιθέτως, θα δημιουργεί προβλήματα μία τέτοια προσπάθεια. Μπορούμε να πούμε συγκρατημένα, υπάρχουν πολλές ενδείξεις για την Ύπαρξη του Θεού και ότι η Ηθική με εσωτερικό προσανατολισμό της Ζωής σχετίζεται άμεσα με εκείνη.   
Αν ακόμα λάβουμε υπόψη τις απόψεις που έχουν διατυπωθεί στο χώρο της Φιλοσοφίας κατά τη μακραίωνη ιστορία της τότε θα ξεπεράσουμε το εκβιαστικό δίλημμα «θρήσκος ή άθεος». Η ακριβέστερη άποψη για το Θεό και η απόδειξη της Ύπαρξης του δεν βρίσκεται αναγκαστικά σε μία από τις υπάρχουσες θρησκείες. Μπορεί οποιοσδήποτε να δηλώσει με συνέπεια άθρησκος, χωρίς αυτό να σημαίνει αθεϊσμό. Εξάλλου δεν πρέπει να συγχέουμε την πίστη σε ένα καθορισμένο Θεό (σύμφωνα με τη θρησκεία ή με κάποια φιλοσοφική θεωρία), με την πίστη γενικά στην ύπαρξή του. Ας μας επιτραπεί, λοιπόν, ο όρος «ένθεος άθρησκος».
Έως τώρα, οι φιλοσοφικές θεωρίες σχετικά με τα βασικά ζητήματα για την αρχή της ύπαρξης των πραγμάτων, για την ουσία και για τη δυνατότητα της γνώσης, με τις ελλείψεις, τα λάθη, τις ασάφειες και τις αλληγορικές διατυπώσεις τους δημιουργούσαν απορίες,  οι  οποίες  έβρισκαν  λύσεις  με  τη  διαμόρφωση  των αντίθετων θεωρητικών θέσεων. Ποιός μας έδωσε τις πεποιθήσεις μας;
Αυτές οι αντίθετες δεν απόφευγαν λιγότερο να απαντήσουν στις δικές τους απορίες και η φιλοσοφία συνέχιζε να είναι διχασμένη. Αλλά έτσι να διδάσκεται από  τα  λάθη  της,  ν’  ανακαλύπτει  άλλες  διεξόδους  και  να εξελίσσεται. Μετά τις γνωστές μυθολογικές και φανταστικές περιγραφές  του  κόσμου  στην  πιο  απόμακρη  αρχαιότητα, αναγνωρίστηκαν τα βασικά φιλοσοφικά ζητήματα και από τη θέση των φιλοσόφων σχετικά μ’ εκείνα δημιουργήθηκαν οι βασικές αντιθέσεις και συνολικά αντίθετες κοσμοθεωρίες. Οι Φονικοί Μονοθεϊσμοί
Όταν υποστήριζαν πως ο κόσμος δημιουργήθηκε από μία ανεξάρτητη εξωτερική ύπαρξη, μετάθεταν το πρόβλημα και την αναζήτηση της εξήγησης σε κάτι αόριστο, φανταστικό και αδιανόητο, και στη βάση αυτής της θέσης προσπαθούσαν να συλλάβουν πώς και πότε έγινε η δημιουργία, ποιος και πού ήταν ο δημιουργός, πόσο και πώς αυτός επηρέαζε τον κόσμο και διάφορα άλλα υπο-προβλήματα.
Αυτή είναι η σκοπιά, την οποία συνήθως ονομάζουμε μεταφυσική και ιδεαλιστική. Ανάλογα με τη λύση των υπο-προβλημάτων διαμορφώνονταν παραλλαγές του ιδεαλισμού, από τον πιο ακραίο, όπως είναι του Μπέρκλεϋ και του Φίχτε, ως τον πλησιέστερο στην αντίθετη θεώρηση, όπως του Λοκ και του Χέγκελ και ορισμένες ασυνήθιστης κατεύθυνσης, όπως του Καντ και του Σοπεγχάουερ.
Η πολυθεϊστική αντίληψη του κόσμου είναι μία πρωτόγονη σύλληψη για την επαρκή αιτιολόγηση του κόσμου και της ζωής. Ο άνθρωπος που ξεκινάει να σκέφτεται για την ποικιλία των πραγμάτων, για τις ανεξάντλητες δυνατότητες του κόσμου, για την αδυναμία του απέναντι στις δυνάμεις της φύσης και με άγνοια των νόμων με τους οποίους προκαλούνται οι δυνάμεις γύρω του, δεν βρίσκει άλλη κατανοητή σύνδεση για το πλήθος των φαινομένων από την παρουσία κάποιων αόρατων και άυλων μορφών ζωής, τις οποίες φαντάζεται χωρίς τα μειονεκτήματα των φθαρτών υλικών πραγμάτων.
Ο πολυθεϊσμός -όπως και η ειδωλολατρία- είναι μία από τις πρώτες μορφές θρησκείας και κοσμοθεωρίας. Η ιδέα που κρύβεται πίσω από την πολυθεϊστική και ειδωλολατρική αντίληψη των πραγμάτων, βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη διαίσθηση και την παρατήρηση των φιλοσόφων, που αναζητούν την ύπαρξη κοινών αιτιών, μίας αρχικής δύναμης, μίας κοινής ουσίας, ένα αριθμό νόμων που διέπουν το σύνολο των πραγμάτων, υποψιασμένοι από μερικά επαναλαμβανόμενα και καλά ταιριασμένα φαινόμενα.
Ο πρωτόγονος άνθρωπος αντιλαμβανόταν τα πράγματα φαντασιόπληκτα, χωρίς αιτιότητα, χωρίς συνοχή και όρια και τη ζωή, κυρίως με το ρόλο των ψυχολογικών εκδηλώσεων της ζωής και με υποβαθμισμένο το ρόλο της σκέψης. Ο εντυπωσιασμένος και φοβισμένος από τη φύση άνθρωπος, παραδίδεται στην άγνοιά του για να παίξει το ρόλο του στη ζωή  και περιορίζεται να πιστεύει στην παρουσία θεοτήτων, πνευμάτων, τεράτων και μαγικών αντικειμένων.
Αυτή η ανθρώπινη αντίληψη δεν έχει εξαφανιστεί ακόμα και σήμερα, δύο χιλιάδες χρόνια από την επικράτηση των μονοθεϊστικών θρησκειών. Στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν πολλές επιλογές για την ερμηνεία του κόσμου και δεν είχαν διαλυθεί πολλές πλάνες με το φως της επιστήμης, για να είναι οι άνθρωποι πιο συγκρατημένοι στην πίστη τους. Σήμερα, με τα διδάγματα της ιστορίας, με την καλή γνώση των πραγμάτων που μας περιβάλλουν χωρίς την εμπλοκή των θεών και με τις πιο ώριμες φιλοσοφικές θεωρίες  για το ρόλο της ζωής και του κόσμου, οι άνθρωποι έχουν την ευκαιρία να επιλέξουν.
Αντιλαμβάνονται την ανωριμότητα, την ασυνέπεια, τα τεράστια κενά γνώσης και τη φαντασιοπληξία που χαρακτηρίζει τις πολυθεϊστικές και τις ειδωλολατρικές απόψεις. Ωστόσο είναι ακόμα πολλοί  εκείνοι, οι οποίοι δηλώνουν μονοθεϊστές, αλλά μέσα στη ψυχολογική ανασφάλεια και στον «ίλιγγο» της άγνοιάς τους, πιστεύουν στην παρουσία αόρατων μορφών ζωής, που εμπλέκονται σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες και στις φυσικές εξελίξεις.
Οι πιο «ψύχραιμοι» έχουν καταφέρει να μειώσουν τη «δύναμη» από το πλήθος των θεοτήτων που πίστευαν οι πρωτόγονοι άνθρωποι. Τους έχουν αποδώσει μικρότερο ρόλο και τις έχουν μετονομάσει (άγγελοι, πνεύματα, άγιοι, διάβολοι, ψυχές, μαγικά και ιερά αντικείμενα κ.λπ.). Τον επιθυμητό ρόλο και τη μεγάλη δύναμη τα αποδίδουν αποκλειστικά σε μία άλλη υπερφυσική μορφή που την αποκαλούν «Θεό».Η σκόπιμη διαστρέβλωση των αρχαίων ελληνικών εννοιών
Κύριο γνώρισμα όλων των ειδωλολατρικών και πολυθεϊστικών απόψεων είναι ότι αποδέχονται τη δυνατότητα να υπάρχει κάτι χωρίς υλική διασύνδεση, χωρίς να προηγηθούν υλικές και αιτιοκρατικές εξελίξεις στην πορεία του χρόνου. Αποδέχονται την ύπαρξη ουσιών ανεξάρτητων από την ύλη και από μια τέτοια ουσία φαντάζονται πως είναι το ανθρώπινο πνεύμα.  Η εσωτερικότητα, η ψυχή, η σκέψη, η επιθυμία, τα αισθήματα και όλα τα εσωτερικά φαινόμενα που παρατηρεί με «άυλο τρόπο» ο άνθρωπος με τη σκέψη του, τα αποσπάει και τα αποδίδει σε άσχετα ή σε φανταστικά πράγματα. 
Ως προς τη λύση των ειδικότερων προβλημάτων μπορούν να διαμορφωθούν πολλές παραλλαγές του ιδεαλισμού. Βρίσκουμε ιδεαλιστικές φιλοσοφίες σύμφωνα με τις οποίες το Σύμπαν δημιουργήθηκε από τη σκόπιμη δράση μίας εξωτερικής ύπαρξης, ενώ αυτό συνεχίζει να υπάρχει σαν αυτοτελές χωρίς εκείνη να το επηρεάζει, τουλάχιστον για ένα μέρος του χρόνου (Ντεϊσμός, όπως του Λάιμπνιτς, του Σέφτσμπερυ*, του Βολταίρου**). Σε άλλες ο Θεός επηρεάζει διαρκώς τις εξελίξεις και τα πράγματα (ο ονομαζόμενος θεϊσμός, όπως του Άγιου Αυγουστίνου και του Μπέρκλεϋ).
* (Shaftesbury 1671-1713) ** (Voltaire ή Φρανσουά Μαρί Αρουέ 1694-1778).
Ο Θεός μπορεί να δημιούργησε το Σύμπαν από το τίποτε ή από κάτι άλλο ή από τον εαυτό του, μπορεί να είναι πάνσοφος, καλός και παντοδύναμος ή αντιθέτως, σε κάποια όρια ή όχι, να βρίσκεται σ’ ένα μέρος του Σύμπαντος ή παντού, χωρίς να συνταυτίζεται με αυτό. Την ίδια στιγμή η εξωτερική πραγματικότητα να είναι υλική ή άυλη, να εξυπηρετεί τον άνθρωπο ή να τον αποπροσανατολίζει, να είναι ένα πέρασμα της ζωής για μία άλλη ή για την ίδια και τα λοιπά.  
Όταν, αντιθέτως, υποστήριζαν την αυθυπαρξία του Σύμπαντος, παρέμενε το πρόβλημα των ορίων του μέσα στο χώρο και στο χρόνο και για την ποιότητα της ουσίας. Χωρίς να το θεωρούν σταθεροποιημένο στο σύνολό του, για να μην αποκοπούν από την κοινή εμπειρική διαπίστωση της αλλαγής και ορίζοντας την ουσία σαν την πιο αφηρημένη πραγματικότητα, το στερούσαν από μία επαρκή αιτία.
Αναζητούσαν τη σταθερή αρχή ή την ουσία των διαφόρων πραγμάτων σε μερικά κοινά στοιχεία τους, απόδιδαν τη σταθερότητα μόνο σ’ εκείνα και η δυνατότητα του συνδυασμού  τους  συσκοτιζόταν  με  άλλες  ανεξήγητες  και ανεπαρκείς αιτίες ή ιδιότητες. Μία τέτοια φιλοσοφική θεώρηση, συνήθως, την ονομάζουμε γενικά «υλισμό». Θαλής ο Μιλήσιος, «Πάντα πλήρη θεών και δαιμόνων».
Στους χρόνους που σηματοδοτούν το τέλος της ηγεμονίας της χριστιανικής αντίληψης του κόσμου και την αρχή της επιστημονικής προσέγγισης της φύσης, το τέλος του Μεσαίωνα, με πρώτες παρατηρήσεις τη θέση της Γης μέσα στο ηλιακό σύστημα, από τον Κοπέρνικο, τον Γαλιλαίο, τον Κέπλερ, εμφανίστηκε μια σύγκρουση ανάμεσα στη χριστιανική θρησκεία και στην Επιστήμη. Αυτή η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη και δικαιολογημένη, αφού μέχρι τότε τα θρησκευτικά συμφέροντα επέβαλλαν πολλές σύντομες απόψεις για τον κόσμο, τις οποίες δεν έπρεπε να αμφισβητεί κανένας, ακόμα και όταν η λογική και η εμπειρία επέτρεπαν την αμφιβολία.
Η ανάπτυξη της φυσικής με τα θεμέλια της μηχανικής που έβαλε τότε ο Νεύτων, χωρίς αυτός να απορρίψει την ύπαρξη του θεού, η επιτυχία της περιγραφής των κινήσεων και των δυνάμεων με τη χρήση των μαθηματικών και η αποτελεσματική εφαρμογή της γνώσης ανέδειξαν την προοπτική της σκέψης σε σύζευξη με την παρατήρηση της φύσης ενίσχυσαν την άποψη ότι η φύση λειτουργεί με σταθερούς νόμους και χωρίς να χρειάζεται ο θεός.
Έτσι, όπως ήταν φυσικό, πολλοί νεότεροι στοχαστές και φιλόσοφοι εκείνων των χρόνων, ανέπτυξαν θεωρίες και απόψεις που ήταν αντιδραστικές προς τις ιδεαλιστικές και χαρακτηρίζονται σαν αφελής ή μηχανοκρατικός υλισμός (λ.χ. Μπύχνερ). Με τις πρώτες μεγάλες επιστημονικές επιτυχίες, που ήρθαν να βάλουν όριο στις θρησκευτικές και θεολογικές απόψεις που είχαν ριζώσει επί αιώνες στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό, μερικοί φιλόσοφοι έφτασαν μέχρι υποστηρίξουν ότι τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπινου πνεύματος, γίνονται με μηχανικές κινήσεις και από τους εξωτερικούς συνδυασμούς των ατόμων της άφθαρτης ύλης.
Η υλιστική θεώρηση των πραγμάτων, ενώ προσανατολίζει την αναζήτηση για την εξήγηση όλων των πραγμάτων και των φαινομένων στα ίδια τα πράγματα, κυριολεκτικά είναι μία προσγειωμένη, κοντόφθαλμη θεώρηση. Κάνει το άλλο βασικό λάθος να στερεί από ένα διαχρονικό νόημα την ύπαρξη του Σύμπαντος και της ζωής, αιτιολογώντας ολοφάνερα με ανεπαρκείς αιτίες κάτι που αναγνωρίζεται από τους φιλόσοφους της αντίθετης θεώρησης του ιδεαλισμού.
Στον υλισμό πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε την άλλη απλή και βασική αλήθεια, τη θέση του για την αυτοτέλεια του Σύμπαντος, η οποία, αν και νοημένη με ανακρίβεια (σαν αυθυπαρξία), επιλύνει το άστοχο πρόβλημα της δημιουργίας του από μία άλλη εξωτερική αδημιούργητη ύπαρξη και έτσι δεν κάνει «αναγωγή στην άγνοια», όπως την ονόμασε ο Σπινόζα.
Ειδικά με τη σύμφωνη θέση του για τη δυνατότητα της  γνώσης  μέσα  από  την  εμπειρία,  για την αιτιότητα  των πραγμάτων και για την άμεση σχέση της εσωτερικότητας με την ύλη, αναδεικνύει τον ορθολογισμό του και του επιτρέπει να εξηγεί τα πράγματα μέσα από την εμπειρική γνώση και όχι με αβάσιμες θεωρητικές συλλήψεις και με φαντασιοκοπία. Αλλά αυτός ο περιορισμός στην εξήγηση των πραγμάτων μέσα από τη γνώση των πιο άμεσα αντιληπτών τον παρασύρει στα γνωστά βασικά του λάθη, όπως η μισή αλήθεια.
Δεν έλειψαν οι φιλόσοφοι, οι οποίοι κατάλαβαν το πρόβλημα από τα πιο αρχαία χρόνια, όπως ο αρχαίος Έλληνας Παρμενίδης ο Ελεάτης (περίπου 515-440 π.κ.ε.) και οι μαθητές της σχολής του. Για να αιτιολογήσουν επαρκώς ένα αυθύπαρκτο Σύμπαν, χωρίς να καταφύγουν σε νέα, άγνωστα και ανεξήγητα πράγματα, τόλμησαν να υποστηρίξουν πως τίποτε δεν αλλάζει και το νέο πρόβλημα της ασυμφωνίας με την εμπειρία το έλυσαν απλά (ή μάλλον εύκολα), θεωρώντας την αλλαγή σαν φαινομενική και όχι πραγματική.
Είναι γνωστά τα παράδοξα αληθοφανή συμπεράσματα, με τα οποία οι μαθητές του Παρμενίδη προσπάθησαν να αποδείξουν αυτή την άποψη, ότι δεν γίνεται καμία κίνηση. Στην ιστορία της φιλοσοφίας δεν έλειψαν οι απόψεις που είναι φανερά αντίθετες προς τις πληροφορίες των αισθήσεων και οι προσπάθειες να υποστηριχθούν οι πιο αντιφατικές απόψεις. Όμως, ιδιαίτερα στους μεταγενέστερους αιώνες ήταν αδιανόητο και αντιφατικό να υποστηρίξουν πως τα πράγματα αλλάζουν στην ίδια στιγμή που το σύνολό τους είναι σταθεροποιημένο, εφόσον θεωρούσαν σαν σύνολο μόνο τα συνυπάρχοντα πράγματα του σχετικού παρόντος, όπως γίνονται αντιληπτά χωρίς όλες τις αλληλεπιδράσεις τους.
Επίσης η αφηρημένη άποψη για την ουσία σαν ύλη και σαν έλλειψη ποιότητας από την οποία ξεκινούν να υπάρχουν όλα τα πράγματα χρειάζεται την έννοια του χρόνου για να ερμηνευτεί ο κόσμος σαν σύνολο και σαν αποτέλεσμα από το συνδυασμό των δομικών στοιχείων.
Η εικόνα ενός κόσμου σε διαρκή μεταβολή ήταν μια παρατήρηση που μπορούσε ο καθένας να διαπιστώσει, η έννοια του χρόνου αναπόσπαστη από την θεωρητική παρατήρηση και ένα βίωμα από την καθημερινή ζωή. Οι πιο μακρινές και οι πιο λεπτές παρατηρήσεις των πραγμάτων μέσω των σύγχρονων εργαλείων επίσης ενισχύουν την άποψη ενός κόσμου σε κίνηση και σε εξέλιξη.
Αντιθέτως, οι σκέψεις που έχουν γίνει σε ολόκληρη την ιστορία της φιλοσοφίας, στην πιο επιτυχημένη περίπτωση υποστήριζαν τη σταθερότητα του κόσμου και την κυκλική εξέλιξη, όχι ωστόσο ένα αμετάβλητο σύμπαν τη στιγμή της δικής μας ύπαρξης. Δεν μπορούσαν να παρατηρηθούν φαινόμενα που να ενισχύουν αυτή την εκδοχή ενός «ταυτόχρονου» Σύμπαντος.
Οι λογικές σκέψεις χρησιμοποιούσαν περισσότερο τη φαντασία ή οδηγούσαν σε αδιέξοδο και σε αντιφάσεις ή στην καλύτερη περίπτωση (όπως στη δυσνόητη φιλοσοφία του Χέγκελ), δεν μπορούσαν να συνδεθούν με τη γνωστή φυσική και να στηριχθούν σε παρατηρήσεις της εμπειρίας. Μόνο στις δεκαετίες του 20ού αιώνα, που έγιναν γνωστές ένας μεγάλος αριθμός από παρατηρήσεις της μικροφυσικής και της αστροφυσικής, έγινε δυνατή η ανανέωση της φιλοσοφικής σκέψης και λιγότερο τολμηρή η διατύπωση παράδοξων κοσμολογικών θεωριών.
Οι υλιστικές απόψεις είναι εξίσου εύκολο να εξαχθούν μέσα από την ανεξάντλητη εμπειρία και βρίσκουμε πολλές να έχουν διατυπωθεί στην αρχαιότητα. Ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος (περίπου 540-480 π.Χ.) δίδασκε ότι όλο το Σύμπαν είναι μία φωτιά, που ανάβει και σβήνει με όρια και έτσι μετατρέπεται σε αναρίθμητες μορφές και όλα τα πράγματα που δημιουργούνται στην ουσία πάντοτε είναι αυτή η ίδια, παρά τις όποιες αντιθέσεις τους.
Ακόμα, όπως είναι γνωστό, είναι ο πιο αρχαίος φιλόσοφος ο οποίος ξεχώρισε σαν σημαντική για την περιγραφή του κόσμου, την παρατήρηση της διαρκούς μεταβολής όλων των πραγμάτων, μέχρι του σημείου να μην μπορούμε να μπούμε δύο φορές στο ίδιο ποτάμι !
Ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντινός  (περίπου  490-430  π.κ.ε.) απόφυγε την άτοπη εξήγηση των Ελεατών για την αυταπάτη της αλλαγής, υποστηρίζοντας ότι όλα τα πράγματα δημιουργούνται από την ένωση και το χωρισμό τεσσάρων «ριζωμάτων», το νερό, τη γη, τον αέρα και τη φωτιά, ενώ το σύνολό τους διατηρείται το ίδιο. Για να εξηγήσει τη δυνατότητα του συνδυασμού στα ριζώματα, αυτό που τα μετακινεί, φαντάστηκε το «νείκος» και τη «φιλότητα».
Παρόμοια, ο Αναξαγόρας ο Κλαζομενεύς (περίπου 500-428 π.κ.ε.), για να εξηγήσει πως τα πράγματα δημιουργούνται και φθείρονται από τα αρχικά άμορφα υλικά στοιχεία, από τα πολλών ειδών «σπέρματα», τα οποία όλα περιέχουν στην ποιότητά τους σε διαφορετικές αναλογίες, βρήκε σαν λύση ότι ο Νους (ή Διάνοια) είναι η πρώτη και ποιητική αιτία, η οποία υπάρχει σαν μία άλλη ουσία τελείως διαφορετική «μόνος αυτός με τον εαυτό του».
Η υλιστική θεωρία του Δημόκριτου του Αβδηρίτη (περίπου 460-370 π.κ.ε.) και του φίλου του Λεύκιππου (δε γνωρίζουμε τίποτε για τη ζωή του) προς στιγμή έμοιαζε πως θα επαληθευτεί από τις ανακαλύψεις της φυσικής του 19ου αιώνα. Η έννοια του για το άτομο έγινε κεντρική στην εξέλιξή της και χρησιμοποιήθηκε από επιστήμονες (όπως ο Νεύτων) με την ίδια σημασία. Η θεωρία του  ατόμου  από  το  Δημόκριτο  και  το  Λεύκιππο  είναι  η συνεπέστερη υλιστική θεωρία, γιατί η έννοια της ύλης προσδιορίστηκε με πολλά από εκείνα τα γνωρίσματα, τα οποία θα είχε, αν ήταν πραγματικά η ουσία.
Δηλαδή με τα περισσότερα γνωρίσματα που είχαν αποδώσει στο Είναι οι Ελεάτες φιλόσοφοι .Τις ποιότητες των πραγμάτων εξήγησαν από τον ποσοτικό συνδυασμό τους. Το ελάχιστο μέρος της ύλης, το «άτομο», ήταν αγέννητο, άφθαρτο, χωρίς κανένα κενό, απλό, αμερές, ενιαίο, αδιαίρετο. Με τη διαφορά ότι υπάρχουν απειράριθμα με διάφορα σχήματα και ότι κινούνται αδιάπαυστα μέσα στον κενό χώρο με απειράριθμους συνδυασμούς, δημιουργώντας έτσι απειράριθμους κόσμους μέσα από δίνες και στη συνέχεια όλες τις ποιότητες των πραγμάτων, ακόμα και τους θεούς.
Βέβαια, στην εξέλιξη της φυσικής του 20ου αιώνα η αφηρημένη έννοια του ατόμου και ο ελληνικός όρος χρησιμοποιείται σχετικά. Η ύλη αποδείχθηκε πιο περίπλοκη, με γνωρίσματα ασύλληπτα, ακόμα και για το  σύγχρονο  επιστήμονα,  και  οι  συνδυασμοί  των  υλικών στοιχείων δεν είναι απλά αθροίσματα και αφαιρέσεις ή ένα εξωτερικό συνταίριασμα στο σχήμα (όπως θα έπρεπε να είναι, αν η ουσία δεν ήταν ποιοτική και συνολική). Το ίδιο το σχήμα από μόνο του θα ήταν ανεξήγητο, μετάθεση σε ένα ακόμα άλλο πρόβλημα.
Ο κόσμος είναι όλα όσα περικλείονται εδώ, η ζωή, ο θάνατος, οι άνθρωποι και όλα τα υπόλοιπα που μας περιβάλλουν.
Ο κόσμος είναι ακατανόητος.
Ποτέ δεν πρόκειται να τον καταλάβουμε, δεν έχουμε τα προσόντα για να τον κατανοήσουμε, ούτε και μας χρειάζεται.
Ποτέ δε θα ρίξουμε φως στα μυστικά του κόσμου.
Έτσι, πρέπει να αντιμετωπίζουμε τον κόσμο όπως είναι πραγματικά, ένα απόλυτο μυστήριο.
Τα πράγματα που κάνουν οι άνθρωποι δεν μπορούν, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, να είναι πιο σημαντικά από τον κόσμο.
Έτσι, λοιπόν, ο πολεμιστής-ταξιδιώτης  θεωρεί τον κόσμο ένα απέραντο μυστήριο και τα έργα των ανθρώπων μια απέραντη αφροσύνη, όπως πραγματικά είναι, δεν τα εκλαϊκεύει ούτε τα ωραιοποιεί. Η Ανθρωπότητα είναι άνθρωπο-καλλιέργεια
Ο κόσμος είναι μια Πρόκληση, ένα Προκλητικό Μυστήριο και ως τέτοιο είναι ένα τέλειο πεδίο εκγύμνασης, ακόνισης, του πολεμιστή στο ταξίδι του για το άγνωστο.
————————
Προσεχώς: Θεός, το καλούπι του ανθρώπου 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου